Μια ελληνική σκηνοθεσία του «Βόιτσεκ» στην Κολωνία
9 Νοεμβρίου 2025
Ξέφρενο γαϊτανάκι στην Κολωνία, χορός και τραγούδι, και μέσα στην παραζάλη του καρναβαλιού απορημένος και μοναχικός ένας ξένος που δεν καταλαβαίνει και δεν τον καταλαβαίνουν. Ο ξένος θα μπορούσε να λέγεται Χασάν ή Μοχάμεντ, λέγεται όμως Βόιτσεκ, ένα όνομα εμβληματικό για τη γερμανική δραματουργία. Ο σκηνοθέτης Κώστας Παπακωστόπουλος, με μεγάλη εμπειρία στις μοντέρνες ερμηνείες του υλικού των αρχαίων ελληνικών μύθων, γιορτάζει φέτος τα 35 χρόνια του Ελληνογερμανικού Θεάτρου Κολωνίας με μια διασκευή του κοινωνικού δράματος του Γκέοργκ Μπύχνερ «Βόιτσεκ», ενός έργου που έμεινε ανολοκλήρωτο μετά τον θάνατο του συγγραφέα το 1837 και ανακαλύφθηκε πάλι στις αρχές του 20ού αιώνα.
Είναι μια παραβολή για την κοινωνική εκμετάλλευση και την αδικία, τον έρωτα, την παραφροσύνη και το έγκλημα. Ο στρατιώτης Βόιτσεκ που προσπαθεί να συντηρήσει την αγαπημένη του Μαρί και το νόθο μωρό τους γίνεται ορντινάτσα του λοχαγού του και πειραματόζωο στα χέρια ενός αδίστακτου γιατρού. Υπομένει πολλούς εξευτελισμούς, αλλά δεν αντέχει όταν πιάνει τη Μαρί στην αγκαλιά του επικεφαλής της στρατιωτικής μπάντας. Μυστήριες φωνές τον καλούν να σκοτώσει και μαχαιρώνει τελικά στις όχθες της λίμνης τη Μαρί.
Η ασυνεννοησία των καλοπροαίρετων
«Τι συμβαίνει», μας λέει ο σκηνοθέτης, «όταν ο Βόιτσεκ δεν είναι ο απλοϊκός στρατιώτης αλλά ένας καλοπροαίρετος ξένος, που καταφτάνει σε έναν κόσμο, ο οποίος αρχικά τον υποδέχεται ευγενικά, αλλά στη συνέχεια αδυνατεί να τον κατανοήσει; Και τι γίνεται όταν οι πολίτες της χώρας, που αποκαλούνται με αυταρέσκεια «βοηθοί του ξένου», έρχονται απότομα αντιμέτωποι με τους ίδιους τους φόβους και τις προκαταλήψεις τους; Μπορεί να σπάσει ο φαύλος κύκλος της καταπίεσης και της βίας ή μήπως είμαστε όλοι δέσμιοι ενός συστήματος που μας υπερβαίνει;» Το έργο και η σκηνοθεσία μάλλον μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο φαύλος κύκλος δεν μπορεί να σπάσει.
Καλοπροαίρετοι σημειωτέον είναι και οι πολίτες της χώρας, όπως ο λοχαγός που βάζει τον Βόιτσεκ να του καθαρίζει τον κήπο από τις πέτρες, αλλά του φωνάζει κιόλας πως είναι ακατάλληλος και για την ηθική και για την αρετή. Σίγουρα ανήθικη παρουσιάζεται μια άλλη καλοπροαίρετη χειρονομία. Ο Βόιτσεκ εμφανίζεται ως ατραξιόν στο σόου μιας drag queen, ημίγυμνος, πότε με μάσκα πιθήκου, πότε με κεφαλή αλόγου, όλα προς τέρψη του κοινού. Αίρει άραγε έτσι η κοινωνία του θεάματος τις διαχωριστικές γραμμές; «Η παράστασή μας», λέει ο Παπακωστόπουλος, «θέτει υπό αμφισβήτηση την ειλικρίνεια των σχέσεών μας με τον άλλο, τον ξένο, στη σύγχρονη διαπολιτισμική κοινωνία – μια κοινωνία που εύκολα διακηρύσσει τις αξίες ενός ανοιχτού κόσμου, αλλά στην ουσία παραμένει ερμητικά κλειστή.»
Στο τέλος ένας ανέμελος ύπνος
Ο Αντώνης Μιχαλόπουλος, ένας Έλληνας της Ελβετίας που υποδύεται τον Βόιτσεκ, καταφέρνει να διαπλάσει τον ρόλο του αδύναμου που αγωνίζεται και πάσχει, τρέχει σαν νευρόσπαστο στην αγκαλιά της δίνης και λαχανιάζει, με ένα βλέμμα άδολο που μέσα του προβάλλει κάθε τόσο η σπίθα της τρέλας. Και η Στέφανι Μάιζεντσαλ που παίζει τη Μαρί εκπέμπει την αγροίκα ευαισθησία μιας γυναίκας που είναι άστεγη και πρεζόνι, αλλοπρόσαλλη ερωμένη του Αγαθούλη. Προς το τέλος της πυρέσσουσας αυτής παράστασης βλέπουμε σε βίντεο τον Βόιτσεκ και τη Μαρί να κοιμούνται γαλήνιοι ο ένας δίπλα στον άλλο στις όχθες του ποταμού, δεν ξέρουμε αν ζουν ή έχουν πεθάνει, πάντως φαίνονται πια απαλλαγμένοι από τα πάθη του κόσμου τούτου. Ελπίδα.