1. Μετάβαση στο περιεχόμενο
  2. Μετάβαση στο κύριο μενού
  3. Μετάβαση σε περισσότερους ιστοτόπους της DW

Η αρχή του τέλους της πανδημίας

28 Δεκεμβρίου 2020

Η επίσημη πρώτη των εμβολιασμών στη γηραιά ήπειρο κυριαρχεί στα σημερινά πρωτοσέλιδα του γερμανικού Τύπου. Ανάλυση του RND εστιάζει στις καταρχάς δυσοίωνες προοπτικές για την ελληνική οικονομία.

https://p.dw.com/p/3nGUh
Impfstart Brandenburg Großräschen Seniorenheim
Εικόνα: Fabrizio Bensch/REUTERS

Η Stuttgarter Zeitung γράφει για την έναρξη των εμβολιασμών: «Θα ήταν θαύμα εάν το σχέδιο εμβολιασμού εκατομμυρίων ανθρώπων υλοποιούνταν χωρίς καθυστερήσεις, παραλείψεις και λάθη. Όσο όμως ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού δεν έχει ανοσία, ο ιός θα συνεχίσει να μεταδίδεται. Πολλοί πολίτες παραμένουν επιφυλακτικοί έναντι του εμβολιασμού. Η προσοχή, η πειθαρχία και η υπομονή στην τήρηση αποστάσεων και τη χρήση μάσκας παραμένουν λοιπόν καταρχάς αναγκαία. Παράλληλα θα βρεθούμε αντιμέτωποι με έντονες συζητήσεις για το εάν οι εμβολιασμένοι θα μπορούν να έχουν ειδικά προνόμια, όπως το να πάνε πρώτοι στα γήπεδα ή να μπορούν να επισκέπτονται συγκεκριμένες χώρες. Παρά ταύτα ο εμβολιασμός μας πάει ένα βήμα μπροστά. Κι ας είναι αργό το βήμα αυτό».  

Η Frankfurter Allgemeine Zeitung: «[...] Πολλά συνηγορούν υπέρ του ότι ο εμβολιασμός θα αλλάξει πλέον τους κανόνες αυτού του παιχνιδιού υπέρ των ανθρώπων. Σε περίπτωση που επιβεβαιωθούν όσα έδειξαν οι έως τώρα έρευνες, τότε το εμβόλιο αναμένεται να αποτρέψει πολλές βαριάς μορφής εξελίξεις της νόσου. Και θα μπορούσε να τερματίσει αυτό το θανατηφόρο παιχνίδι». 

Νοσηλευτές περιμένουν να εμβολιαστούν την Κυριακή έξω από κέντρο εμβολιασμού στο Βερολίνο
Νοσηλευτές περιμένουν να εμβολιαστούν την Κυριακή έξω από κέντρο εμβολιασμού στο ΒερολίνοΕικόνα: Kai Niettfeld/dpa/picture alliance

Η Berliner Zeitung: «Η καγκελάριος και το υπουργικό της συμβούλιο αντιστάθηκαν στον πειρασμό να εμβολιαστούν δημοσίως στο πλαίσιο ενός προπαγανδιστικού θεάματος, όπως το έκαναν κορυφαίοι πολιτικοί σε άλλες χώρες. Επικρίσεις θα υπάρξουν έτσι κι αλλιώς. Εάν οι υπουργοί συμμετείχαν ήδη στον πρώτο γύρο, το επιχείρημα θα ήταν ότι οι προνομιούχοι σκέφτονται πρώτα τον εαυτό τους. Αν περιμένουν τη σειρά τους, θα ακουστεί ότι αυτοί εκεί πάνω δεν εμπιστεύονται το εμβόλιο και αφήνουν μερικές χιλιάδες πειραματόζωα πριν από αυτούς. Μέχρι στιγμής όμως η σειρά προτεραιότητας είναι λογική και θα έπρεπε να τηρηθεί».

Η Die Welt: «Η παρακολούθηση του εμβολιασμού και πιθανών παρενεργειών είναι επιβεβλημένη. Πόσο συχνές είναι οι κοκκινίλες και οι πόνοι στο σημείο που γίνεται το εμβόλιο; Πόσο συχνοί είναι οι μυικοί πόνοι ή ο πυρετός, υπάρχουν αλλεργικές αντιδράσεις και εγκυμονούν κινδύνους; Προστατεύει το εμβόλιο έναντι μόλυνσης ή απλώς έναντι βαριάς εξέλιξης της νόσου; Πολλά ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα. Θα πρέπει λοιπόν να υπάρξει μια ειλικρινής επικοινωνιακή πολιτική. Μόνον εάν η εκστρατεία συνοδευθεί από πλήρη διαφάνεια και οι υπεύθυνοι επιδείξουν αξιοπιστία, θα εμβολιαστούν και αρκετοί άνθρωποι».

«Ο κορωνοϊός πάει την Ελλάδα πολύ πίσω»

Σε κίνδυνο βλέπει την οικονομική ανάκαμψη στην Ελλάδα εκτενής ανάλυση που δημοσίευσε τις μέρες των γιορτών το Δημοσιογραφικό Δίκτυο Γερμανίας (Redaktionsnetzwerk Deutschland-RND). Σε άρθρο με τίτλο «Ο κορωνοϊός πάει την Ελλάδα πολύ πίσω» ο αρθρογράφος απαντά και στο ερώτημα «αν η Ελλάδα χρειάζεται απομείωση του χρέους». 

Οι προοπτικές για την ελληνική οικονομία είναι καταρχήν δυσοίωνες, αναφέρει το RND. 
«Παρότι την άνοιξη οι Έλληνες διαχειρίστηκαν την πανδημία καλύτερα από τις περισσότερες άλλες ευρωπαϊκές χώρες, το δεύτερο κύμα πλήττει τώρα τη χώρα με ακόμη μεγαλύτερη σφοδρότητα. Από τις 7 Νοεμβρίου ισχύει στη χώρα και πάλι γενικό απαγορευτικό. Κανείς δεν γνωρίζει για πόσο ακόμη. Διότι μέχρι στιγμής οι περιορισμοί έχουν ελάχιστη επίδραση. Για την εστίαση και το λιανικό εμπόριο το νέο lockdown συνιστά καταστροφή. Την περίοδο των Χριστουγέννων πολλά καταστήματα πετυχαίνουν το ένα τρίτο του τζίρου τους ή και περισσότερο. 

Δυσοίωνες οι προοπτικές για την ελληνική οικονομία
Δυσοίωνες οι προοπτικές για την ελληνική οικονομίαΕικόνα: Getty Images/AFP/L. Gouliamaki

Η Ελλάδα μόλις είχε αρχίσει να ανακάμπτει από την 8χρονη ύφεση στην οποία είχε πέσει κατά την κρίση χρέους. Το δεύτερο απαγορευτικό πάει τους Έλληνες πολύ πίσω. Κατά το τρίτο τρίμηνο το ΑΕΠ συρρικνώθηκε σε ετήσια βάση κατά 11,7%. Ήταν η μεγαλύτερη πτώση μεταξύ των χωρών μελών της ΕΕ». 

Όπως αναφέρει το RND, ο υπουργός Οικονομικών Σταϊκούρας αναγκάστηκε να διορθώσει πολλές φορές τον τρέχοντα προϋπολογισμό. Στο μεταξύ υπολογίζει για την τρέχουσα χρονιά με ένα μείον της τάξης του 10,5%. «Τόσο βαθιά δεν ήταν η πτώση ούτε τη χειρότερη χρονιά της κρίσης, το 2011. Το δεύτερο lockdown επιδεινώνει ακόμη περισσότερο και τις προοπτικές για το 2021. Οι ελπίδες για γρήγορα ανάκαμψη της οικονομίας εξανεμίστηκαν. Αντί ενός συν 8,5% η κυβέρνηση αναμένει πλέον ανάκαμψη μόλις 4,8%. 

Ελαφρώς πιο προσεκτικός ο Οίκος Αξιολόγησης Scope. Προβλέπει για την Ελλάδα ανάκαμψη 4% την ερχόμενη χρονιά. Ο αναλυτής του οίκου Γιάκομπ Σουβάλσκι θεωρεί όμως ακόμη και αυτό επιτυχία: ''Παρά τις προκλήσεις της πανδημίας, σε σημαντικούς τομείς η κυβέρνηση έκανε βήματα προόδου όσον αφορά τις μεταρρυθμίσεις, γεγονός που ενισχύει τις θετικές προοπτικές για την οικονομία''. Τα μέτρα για τη στήριξη της οικονομίας συμβάλουν επίσης στην ανάκαμψη, σύμφωνα με τον ειδικό σε θέματα που αφορούν την Ελλάδα.

Πολλά θα εξαρτηθούν τώρα και από την ταχύτητα ανάκαμψης του τουρισμού. Το 2019 ο τουρισμός συνέβαλε στο 20% και πλέον του ΑΕΠ και ήταν κατά συνέπεια ο σημαντικότερος αναπτυξιακός πυλώνας. Το 2020 ο αριθμός των επισκεπτών υποχώρησε κατά 80%. Ειδικοί του χώρου εκτιμούν ότι ο τουρισμός θα χρειαστεί τουλάχιστον τρία χρόνια για να φτάσει στα επίπεδα προ κρίσης. Αυτό ενδέχεται να ισχύσει για το σύνολο της οικονομίας. 

Βιώσιμο το χρέος

Η κυβέρνηση διοχετεύει δισεκατομμύρια στην οικονομία για να αντιμετωπίσει τις συνέπειες της ύφεσης που προκάλεσε ο κορωνοϊός, για να στηρίξει αδύναμες επιχειρήσεις και να σώσει θέσεις εργασίας. Η βοήθεια αθροίζεται φέτος μέχρι στιγμής στα 23,9 δις ευρώ, ενώ την ερχόμενη χρονιά η κυβέρνηση σκοπεύει να διαθέσει άλλα 7,5 δις ευρώ. Το ποσό των 31,4 δις αντιστοιχεί περίπου στο ένα πέμπτο του φετινού ΑΕΠ. Για τα μέτρα στήριξης ο υπ. Οικονομικών μπορεί να αντλήσει χρήματα από τα ευρωπαϊκά προγράμματα Pepp και Sure καθώς και από ίδια αποθεματικά. Το μεγαλύτερο μέρος όμως πρέπει να το προχρηματοδοτήσει με νέο δανεισμό. 

Πολλά θα εξαερτηθούν στην Ελλάδα από την πορεία του τουρισμού
Πολλά θα εξαερτηθούν στην Ελλάδα από την πορεία του τουρισμούΕικόνα: DW/I. Anastassopoulou

Η Ελλάδα έχει ήδη σήμερα τα υψηλότερα επίπεδα χρέους μεταξύ των χωρών της ΕΕ. Η συρρίκνωση των οικονομικών επιδόσεων και ο νέος δανεισμός θα εκτοξεύσουν στα τέλη της χρονιάς το χρέος στο νέο ρεκόρ του 209% του ΑΕΠ. Τους επενδυτές όμως δεν φαίνεται να τους ενδιαφέρει αυτό. Η απόδοση του 10ετούς κρατικού ομολόγου υποχώρησε τον Δεκέμβριο κάτω από το 0,6%. Ήταν το χαμηλότερο ποσοστό από την εποχή ένταξης στο ευρώ το 2001. 

Ο αναλυτής του Scope δεν διακρίνει επίσης προβλήματα ως προς την βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Χάρη σε ένα μαξιλαράκι ρευστότητας ύψους 30 δις ευρώ οι χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδας είναι καλυμμένες για τα επόμενα δυο χρόνια, εκτιμά ο ίδιος. Μόλις περάσει η πανδημία ''το χρέος θα υποχωρήσει και πάλι σχετικά γρήγορα'', όπως λέει. Ο ίδιος προβλέπει μείωση του χρέους στο 160% το 2025. 

Ούτε ο Χόλγκερ Σμίντινγκ, επικεφαλής οικονομολόγος της Berenberg Bank, διακρίνει τον κίνδυνο να πέσει η χώρα σε μια νέα παγίδα χρέους. «Δεδομένου του χαμηλού κόστους αναχρηματοδότησης τα χρέη είναι βιώσιμα», συμπεραίνει ο Σμίντινγκ. Στην αποκλιμάκωση συμβάλει και η ''φιλική προς την οικονομία πολιτική του πρωθυπουργού Μητσοτάκη'', εκτιμά ο οικονομολόγος. Καλές, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι οι προοπτικές για τον ελληνικό τουρισμό. ''Μετά τον σκληρό χειμώνα ακόμη περισσότεροι Βορειοευρωπαίοι θα αναζητήσουν πιθανότατα τον ήλιο''. 

Ο ίδιος διαφωνεί με την πρόταση απομείωσης του χρέους που προκάλεσε η πανδημία, όπως αξιώνεται από το ιταλικό Κίνημα των Πέντε Αστέρων. ''Η Ελλάδα δεν χρειάζεται κούρεμα χρέους'', λέει ο Σμίντινγκ και προειδοποιεί πως «ήδη μια σοβαρή συζήτηση επ΄ αυτού θα δηλητηρίαζε την εμπιστοσύνη των επενδυτών''».

Κώστας Συμεωνίδης