SΖ: Η Εύβοια ως παράδειγμα της κλιματικής αλλαγής | Επισκόπηση τύπου | DW | 23.10.2021
  1. Inhalt
  2. Navigation
  3. Weitere Inhalte
  4. Metanavigation
  5. Suche
  6. Choose from 30 Languages
Διαφήμιση

Επισκόπηση τύπου

SΖ: Η Εύβοια ως παράδειγμα της κλιματικής αλλαγής

Στην κλιματική αλλαγή αναφέρεται η SZ μέσα από ένα οδοιπορικό στην Εύβοια ενώ το δίκτυο RND στην ταχύτερη αποπληρωμή των δανείων της Ελλάδας.

Πλημμύρες στην Εύβοια

Πλημμύρες στην Εύβοια

Η Süddeutsche Zeitung  αναφέρεται στην αλλαγή του μεσογειακού κλίματος παίρνοντας ως παράδειγμα την Εύβοια και γράφει πως «ένα ταξίδι στην Εύβοια δείχνει τι μπορούν να κάνουν οι πυρκαγιές και οι πλημμύρες αφού η γη θερμαίνεται ολοένα και πιο πολύ». Το ρεπορτάζ αναφέρεται στις εμπειρίες των κατοίκων από τις πυρκαγιές το καλοκαίρι και τις πλημμύρες το φθινόπωρο και επισημαίνει πως: «Εδώ και αρκετό καιρό, υπάρχει επιστημονική συναίνεση στο ότι η περιοχή της Μεσογείου σε μια παγκόσμια σύγκριση θερμαίνεται πάνω από τον μέσο όρο. ‘Είμαστε ήδη γύρω στους δύο βαθμούς’, λέει ο Χρήστος Γιαννακόπουλος, διευθυντής ερευνών στο Ινστιτούτο Ερευνών Περιβάλλοντος και Βιώσιµης Ανάπτυξης (ΙΕΠΒΑ) του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών. «...’Τις πιο δροσερές εποχές έχουμε περίπου έναν βαθμό περισσότερο από ό,τι στην προβιομηχανική εποχή, το καλοκαίρι είναι τρεις βαθμοί’».

Οι πυρκαγιές στην Εύβοια τον Αύγουστο του 2021

Οι πυρκαγιές στην Εύβοια τον Αύγουστο του 2021

Και το δημοσίευμα συνεχίζει: «Παίρνει από την τσάντα του ένα σημείωμα με πληροφορίες και γραφικά. Σε διάφορους χάρτες της Ελλάδας τονίζει με χρώμα σε ποια σημεία ανά έτος αυξάνεται ο αριθμός των ημερών με ακραίο κίνδυνο πυρκαγιάς και πόσο. Σε ένα ακραίο σενάριο, εάν οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου συνεχίσουν να αυξάνονται παγκοσμίως όπως πριν, θα είναι έως και 45 επιπλέον ημέρες ετησίως μέχρι το τέλος του αιώνα. Αλλά ακόμη και σε ένα «ήπιο» σενάριο, εάν η αύξηση επιβραδυνθεί, θα φθάσει τις 25. Η αύξηση του κινδύνου δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα. Σε κάθε περίπτωση, ο κίνδυνος πυρκαγιάς θα αυξηθεί κατακόρυφα, ειδικά στη δυτική Ελλάδα όπου αυτή τη στιγμή υπάρχει ακόμη ιδιαίτερα μεγάλος αριθμός δασών. Επίσης το βόρειο τμήμα της Εύβοιας, το οποίο οι φωτιές και οι πλημμύρες που ακολούθησαν έπληξαν τόσο βίαια αυτό το καλοκαίρι, είναι σε βαθύ κόκκινο σε όλα τα σενάρια στον αντίστοιχο χάρτη».

Η Ελλάδα στοχεύει να βελτιώσει τη θέση της στην πιστοληπτική αξιολόγηση

Στόχος η αποπληρωμή των δανείων νωρίτερα

Στόχος η αποπληρωμή των δανείων νωρίτερα

Το Δίκτυο Συντακτών Γερμανίας φιλοξενεί ρεπορτάζ με τον τίτλο «Η Ελλάδα θέλει να αποπληρώσει νωρίτερα τα δάνειά της».Το άρθρο σημειώνει πως «η Ελλάδα διαπραγματεύεται με τους επίσημους πιστωτές της για την πρόωρη αποπληρωμή των δανείων βοήθειας. Σύμφωνα με ανεπίσημες πληροφορίες οικονομικών κύκλων, πρόκειται για αποπληρωμή δανείων που έλαβε η Αθήνα στο πλαίσιο του προγράμματος στήριξης που ξεκίνησε τον Μάιο του 2010, του λεγόμενου Greek Loan Facility (GLF). Περιελάμβανε διμερή δάνεια από τις χώρες του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) ύψους 110 δισ. ευρώ. Η τακτική αποπληρωμή των δανείων αυτών διαρκεί μέχρι το 2041. Η Αθήνα θέλει τώρα να αποπληρώσει αν είναι εφικτό φέτος δύο δόσεις δανείου ύψους 2,64 δισ. ευρώ η κάθε μια, οι οποίες λήγουν το 2022 και το 2023. Οι διαπραγματεύσεις ωστόσο είναι περίπλοκες, επειδή όλοι οι επίσημοι πιστωτές της Ελλάδας, δηλαδή οι κυβερνήσεις των χωρών-μελών της Ευρωζώνης, το Ταμείο Σταθερότητας  ESM, ο προκάτοχός του EFSF και το ΔΝΤ, πρέπει να συμφωνήσουν σε πρόωρη αποπληρωμή. Το 75 % του ελληνικού εθνικού χρέους ανήκει σε αυτούς τους δημόσιους πιστωτές».

Και το δημοσίευμα επισημαίνει πως «τα χρήματα για την αποπληρωμή των δανείων προέρχονται από το αποθεματικό ρευστότητας. Η Ελλάδα έχει σήμερα αποθεματικά περίπου 38 δισ. ευρώ. Το ‘μαξιλάρι’ δημιουργήθηκε το 2018, όταν τα προγράμματα διάσωσης έληξαν από περιττά δάνεια βοήθειας και έκτοτε έχει συμπληρωθεί μέσω πολλών εκδόσεων ομολόγων... Η κυβέρνηση ελπίζει ότι η Ελλάδα θα ενταχθεί το 2022 ή το 2023 στην ομάδα των οφειλετών όπου αξίζει να γίνουν επενδύσεις. Αυτό θα διευκόλυνε την αναχρηματοδότηση στην αγορά».

Μαρία Ρηγούτσου