Ψαγμένα δώρα ευφραίνουν καρδίαν | Κοινωνία & Πολιτισμός | DW | 10.12.2020
  1. Inhalt
  2. Navigation
  3. Weitere Inhalte
  4. Metanavigation
  5. Suche
  6. Choose from 30 Languages
Διαφήμιση

Κοινωνία & Πολιτισμός

Ψαγμένα δώρα ευφραίνουν καρδίαν

Τα Χριστούγεννα πλησιάζουν και μαζί τους το στρες για την επιλογή του κατάλληλου δώρου. Αλλά η ανταλλαγή δώρων είναι μια βασική ανάγκη που ξεπερνά το ίδιο το αντικείμενο. Ποία όμως θεωρούνται κατάλληλα;

Είδη μακιγιάζ και κουπόνια για μασάζ θεωρούνται πια ξεπερασμένα δώρα. Εισιτήρια για κοντσέρτα ήταν μια επιλογή που θεωρήθηκε καλή μέχρι το ξέσπασμα της πανδημίας. Σε ότι αφορά σε προϊόντα μαζικής κατανάλωσης δόθηκαν μάχες στα πεδία «μαχών» των καταστημάτων. Κάποια στιγμή οι συζητήσεις πριν τα Χριστούγεννα καταλήγουν στην επιλογή «τέλος φέτος με την ανταλλαγή δώρων». Μια επιλογή που για τον φιλόσοφο και συγγραφέα Βίλχελμ Σμιτ δεν είναι σωστή. «Τα δώρα είναι κάτι περισσότερο από την απλή ανταλλαγή αντικειμένων. Δημιουργείται μια εσωτερικότητα στην ανθρώπινη συναναστροφή, μια ατμόσφαιρα εμπιστοσύνης που περιβάλλει την όλη τη διαδικασία», τονίζει ο Σμιτ.

Η τιμή δεν παίζει κανένα ρόλο

Η τιμή δεν παίζει κανένα ρόλο

Η τιμή δεν παίζει κανένα ρόλο

Μετά το αυστηρούς περιορισμούς των περασμένων μηνών λόγω πανδημίας οι Γερμανοί φαίνεται ότι στα φετινά Χριστούγεννα θα φανούν πιο γενναιόδωροι. Σχεδιάζουν να ξοδέψουν 500 ευρώ ανά κεφαλή, ένα σαφώς μεγαλύτερο ποσό από ότι το 2019 (475 ευρώ) και 2018 (472). Η τάση καταγράφεται σε χριστουγεννιάτικη δημοσκόπηση του ιδιωτικού Πανεπιστημίου FOM στο Έσεν. Βέβαια ο παράγων έκπληξη που μπορεί να προκαλέσει η επιλογή ενός δώρου, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα είναι και ακριβό, επιβεβαιώνουν μελέτες των Αμερικανών ερευνητών Φράνσις Φλιν και Γκαμπριέλε Άνταμς. Εξέτασαν πώς η τιμή του δώρου επιδρά στη χαρά αυτού που το δέχεται. Το αποτέλεσμα; Ανεξάρτητα εάν πρόκειται για cd ή iPad, δεν αλλάζει η ευφορία. «Το αποτέλεσμα δεν με εκπλήσσει» λέει ο Βίλχελμ Σμιτ. «Διότι ένα καλό δώρο, είναι ένα προσεγμένο δώρο, ότι άλλο δείχνει άγνοια και είναι εκδήλωση αδιαφορίας». Η συμβουλή του είναι το δώρο που επιλέγουμε να ανταποκρίνονται στις προτιμήσεις και τις επιθυμίες αυτού στον οποίο προορίζεται.

Μελέτες τον δικαιώνουν. Έρευνες του Πανεπιστήμιου Χάρβαρντ έδειξαν ότι το δώρο προκαλεί μεγαλύτερη χαρά, όταν συμπίπτει με την επιθυμία και ο λόγος είναι ότι αποτελεί έκφραση ιδιαίτερου κόπου στην επιλογή και προσοχής από αυτόν που το επέλεξε. Αλλά ακόμη πιο αγαπητά και ευπρόσδεκτα είναι χρηματικά δώρα. Το 2019 ένα 56% των καταναλωτών θέλησε να αποφύγει τον κίνδυνο να αγοράσει το λάθος δώρο. Προκύπτει από αντιπροσωπευτική δημοσκόπηση που έγινε κατ΄ εντολή της συμβουλευτικής εταιρείας Ernst & Young. «Στα χρηματικά δώρα δεν πέφτει κανείς έξω, κυρίως σε παιδιά και έφηβους» λέει ο Σμτ. «Γιατί δίνεται έτσι η ελευθερία να επιλέξει ο καθένας τι του αρέσει και τι όχι».

Όχι αγορές υπό πίεση χρόνου

Όχι στις αγορές την τελευταία στιγμή

Όχι στις αγορές την τελευταία στιγμή

Πολλές φορές αυτή η ελευθερία δεν υπάρχει κυρίως σε δώρα που δημιουργούν καταναγκασμό, όπως τα οικιακά ζώα. «Δεν πρέπει να προβάλουμε τις δικές μας επιθυμίες σε άλλους και να δωρίζουμε σκυλάκια ή γατάκια με αποτέλεσμα, αυτός στον οποίο τα δωρίζουμε να είναι υποχρεωμένος να ζει συνεχώς με αυτά. Το νόημα των δώρων είναι να κάνουμε κάτι καλό στον συνάνθρωπό μας και όχι στον εαυτό μας». Κάτι που επιτυγχάνεται όλο και λιγότερο, όπως πιστεύει ο Σμιτ. «Ψυχικά χαρίσματα, όπως ευγένεια και διάκριση απαντούμε όλο και λιγότερο. Τελικά κάνουμε δώρα, επειδή πρέπει να τα κάνουμε», καταλήγει ο φιλόσοφος, συγγραφέας βιβλίου με τίτλο «Το να κάνεις και να σου κάνουν δώρα».

Ο Σμιτ το αποκαλεί ως διαδικασία ανταλλαγής δώρων, που συμβάλει στη διατήρηση της σχέσης. Αλλά σε αυτήν τη διαδικασία η προσοχή στην επιθυμία του άλλου ίσως να μην είναι αρκετή. Για να αντιμετωπιστεί αυτό το μειονέκτημα, είναι σημαντικό να ασχοληθεί κανείς εγκαίρως με την επιλογή του δώρου. Και όχι σε περίοδο κλασσικού χριστουγεννιάτικου στρες. «Η πίεση χρόνου δεν είναι καλός σύμβουλος στην επιλογή δώρου» προειδοποιεί ο Σμιτ. «Μπορεί να κάνουμε λάθος αγορά». 

Γιόρνταν Ράτσα/dpa

Επιμέλεια: Ειρήνη Αναστασοπούλου