Τι μαρτυρούν τα έργα τέχνης για τα τρόφιμα | Κοινωνία & Πολιτισμός | DW | 27.07.2020
  1. Inhalt
  2. Navigation
  3. Weitere Inhalte
  4. Metanavigation
  5. Suche
  6. Choose from 30 Languages
Διαφήμιση

Κοινωνία & Πολιτισμός

Τι μαρτυρούν τα έργα τέχνης για τα τρόφιμα

Φρούτα, λαχανικά, ξηροί καρποί, δημητριακά. Δυο επιστήμονες με τη βοήθεια έργων τέχνης επιχειρούν να καταδείξουν πώς άλλαξαν τα τρόφιμα στο πέρασμα των αιώνων. Ο Πικάσο πάντως είναι ακατάλληλος.

Πολλοί καρποί στον πίνακα του Φλαμανδού ζωγράφου Φρανς Σνάιντερ (1579-1657) «Ο πάγκος με τα φρούτα» μας είναι γνώριμοι. Ωστόσο το καρπούζι με το λευκό εσωτερικό προκαλεί απορίες.

Σήμερα το διαδίκτυο κατακλύζεται από φωτογραφίες με τρόφιμα και μαγειρεμένα φαγητά. Όταν οι επόμενες γενιές θα θελήσουν να μάθουν πώς διατρεφόμαστε τον 21ο αιώνα δεν έχουν παρά να ανατρέξουν στην «πηγή» #foodporn.

Οι καλλιτέχνες εδώ και αιώνες αποτύπωναν στον καμβά τους τρόφιμα. Για παράδειγμα ο πίνακας του Σνάιντερ «Ο πάγκος με τα φρούτα» είναι γεμάτος με μήλα, σταφύλια, ροδάκινα, αγγινάρες και το περίεργο λευκό καρπούζι. Το έργο βρίσκεται στο περίφημο μουσείο Ερμιτάζ στην Αγία Πετρούπολη και προσέλκυσε την προσοχή δυο επιστημόνων. «Έτσι πρέπει να ήταν τότε τα καρπούζια» υποθέτει ο ιστορικός τέχνης Ντάβιντ Φεργκάουφεν κοιτάζοντας τον πίνακα. Ο Ίβε ντε Σμετ, καθηγητής μοριακής βιολογίας, αντιδρά μάλλον σκεπτικά σε αυτή την εικασία και αντιτείνει πως ο ζωγράφος μπορεί και να μην ήταν καλός. Αδύνατον ανταπαντά ο ιστορικός τέχνης, ήταν από τους καλύτερους του 17ου αιώνα.

Μοριακή βιολογία και ιστορία της τέχνης

Ο Ίβε ντε Σμετ, καθηγητής μοριακής βιολογίας και ο ιστορικός τέχνης Ντάβιντ Φεργκάουφεν

Ο Ίβε ντε Σμετ, καθηγητής μοριακής βιολογίας και ο ιστορικός τέχνης Ντάβιντ Φεργκάουφεν

Οι δυο φίλοι επιστήμονες ήταν πραγματικά περίεργοι. «Ήμασταν σύμφωνοι ότι δεκάδες είδη φρούτων και λαχανικών έχουν να μας πουν ενδιαφέρουσες ιστορίες, τις οποίες δεν γνωρίζουμε με λεπτομέρειες» δηλώνει ο Φεργκάουφεν. Αποφάσισαν να ενώσουν τις δυο φαινομενικά ασύμβατες επιστήμες: τη βιολογία και την ιστορία της τέχνης. Ήθελαν να ερευνήσουν την εξέλιξη των τροφίμων.

Πολλά από τα τρόφιμα που έχουμε σήμερα στην κουζίνα μας, έμοιαζαν πολύ διαφορετικά. Πολλά είδη ήταν πιο μεγάλα και έδιναν περισσότερους καρπούς. Την άγρια μπανάνα για παράδειγμα με μεγάλους σαν καρύδια σπόρους δεν μπορεί κανείς πια να την βρει στο σουπερμάρκετ.

Οι δυο επιστήμονες υπόσχονται τώρα να αποδείξουν πώς έμοιαζαν στο παρελθόν άγρια φρούτα και λαχανικά και ποια είναι η εξέλιξη που ακολούθησαν. Τα ίχνη DNA μπορεί να βοηθήσουν πολύ, ωστόσο δεν δίνουν σαφή εικόνα. «Ίσως να έχουμε τμήμα του γενετικού κώδικα για ορισμένα αρχαία φυτά αλλά συχνά δεν υπάρχουν δείγματα που να έχουν διατηρηθεί σε καλή κατάσταση» δηλώνει ο ντε Σμετ, ο οποίος εργάζεται στο Φλαμανδικό Ινστιτούτο Βιοτεχνολογίας στη Γάνδη.

Δεν μπορείς από όλους να εξάγεις ασφαλή συμπεράσματα

Ιερώνυμος Μπος, «Ο κήπος των ηδονών»

Ιερώνυμος Μπος, «Ο κήπος των ηδονών»

Εδώ έρχονται να βοηθήσουν οι καλλιτέχνες και η ιστορία της τέχνης. Πάρα πολλοί ζωγράφοι είχαν αποτυπώσει στον καμβά τους λαχανικά και φρούτα και μάλιστα με πολύ λεπτομερή τρόπο. Με τον τρόπο αυτό οι επιστήμονες μπόρεσαν να μάθουν τα χρώματα που είχαν τα καρότα, πώς καλλιεργούνταν οι φράουλες ή ποια ήταν η προέλευση των καρπουζιών.

Ωστόσο και η μέθοδος αυτή έχει τα προβλήματά της. Αν για παράδειγμα χρησιμοποιούσαμε το έργο του Πικάσο «Η κανάτα και η φρουτιέρα» (1931) για να μελετήσουμε τον φαινότυπο των φρούτων του 20ού αιώνα, θα οδηγούμασταν μάλλον σε λάθος συμπεράσματα. Αλλά και οι παλαιότεροι, όπως για παράδειγμα ο Ιερώνυμος Μπος, μας δίνει σαφώς λάθος πληροφορίες για τις φράουλες, τις οποίες ζωγραφίζει πολύ πιο μεγάλες, στο έργο του «Ο κήπος των ηδονών».

Ο ρόλος του ιστορικού τέχνης σε αυτό το νέο εγχείρημα είναι, όπως λέει ο Φεργκάουφεν, να καταδείξει ποιος καλλιτέχνης αποδίδει πιστά την πραγματικότητα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ποιος όχι.

Οι δυο επιστήμονες ελπίζουν ότι μουσεία και συλλέκτες σε όλο τον κόσμο θα σταθούν αρωγοί ώστε ένα μπορέσουν να συμπληρώσουν την τράπεζα πληροφοριών τους.

Πάουλα Ρέσλερ

Επιμέλεια: Μαρία Ρηγούτσου