Νέοι επιστήμονες σε γερμανικά πανεπιστήμια: Γιάννης Ανδρουτσόπουλος, επίκουρος καθηγητής για τα ΜΜΕ στο Πανεπιστήμιο του Ανοβέρου | Κοινωνία & Πολιτισμός | DW | 03.09.2004
  1. Inhalt
  2. Navigation
  3. Weitere Inhalte
  4. Metanavigation
  5. Suche
  6. Choose from 30 Languages

Κοινωνία & Πολιτισμός

Νέοι επιστήμονες σε γερμανικά πανεπιστήμια: Γιάννης Ανδρουτσόπουλος, επίκουρος καθηγητής για τα ΜΜΕ στο Πανεπιστήμιο του Ανοβέρου

Σήμερα παρουσιάζουμε μια ενδιαφέρουσα πτυχή της καθημερινότητας των Ελλήνων της Γερμανίας: τους Έλληνες επιστήμονες που εργάζονται και ερευνούν στα γερμανικά πανεπιστήμια.

Σε πολλά γερμανικά πανεπιστήμια διδάσκουν Έλληνες καθηγητές

Σε πολλά γερμανικά πανεπιστήμια διδάσκουν Έλληνες καθηγητές

Φυσικά ούτε πρόκειται να παρουσιάσουμε όλους τους επιστήμονες, ούτε θα τους παρουσιάσουμε εν είδει ραδιοφωνικής σειράς, σήμερα αυτόν, αύριο τον άλλον. Θα τους προβάλουμε απλώς κατ’ οικονομίαν ακουλουθώντας την δημοσιογραφική επιταγή: η επικαιρότητα προέχει και καθορίζει. Σημερινός μας καλεσμένος ο επίκουρος καθηγητής για τα ΜΜΕ στο πανεπιστήμιο του Ανοβέρου Γιάννης Ανδρουτσόπουλος. Πρόκειται για έναν από τους πιο νέους επίκουρους καθηγητές σε γερμανικό πανεπιστήμιο. Είναι δύσκολη άραγε η καριέρα για έναν ξένο σε ένα γερμανικό πανεπιστήμιο; Όχι, μας απάντησε ο νεαρός επιστήμονας και αυτό διότι:

"Οι επιστημονικές αγορές γίνονται όπως περίπου ο κλάδος της τέχνης, όπου π.χ. σε κάθε όπερα υπάρχει μια ομάδα που απαρτίζεται από άτομα κάθε φυλής. Κάπως έτσι γίνεται πια και στην επιστήμη. Αν παρατηρήσει κανείς τί γίνεται στην Αμερική ή στην Αγγλία που βρίσκονται στο πιο προχωρημένο στάδιο αυτής της εξέλιξης θα διαπιστώσει πως δεν υπάρχουν πια εθνικά όρια στα πανεπιστήμια και στους διάφορους κλάδους. Ασφαλώς αυτό διαφοροποιείται ανάλογα με τον κλάδο. Έτσι η πολυφυλετικότητα του επιστημονικού προσωπικού π.χ. στις θετικές επιστήμες, βιολογία, ιατρική, μαθηματικά, είναι συνηθισμένη, ενώ στις ανθρωπιστικές επιστήμες είναι πιο δύσκολη και σπάνια, ιδιαίτερα στις φιλολογίες, διότι έχουν άμεση σχέση με τη γλώσσα, με τα εθνικά αποθέματα και την παράδοση. Χρειάζεται δηλαδή μεγάλη ευαισθησία για να προσεγγίσει κάποιος μια γλώσσα όταν δεν είναι η μητρική του."

Όντως ο 37χρονος Γιάννης Ανδρουτσόπουλος είναι ένας από τους λίγους αλλοδαπούς κοινωνιογλωσσολόγους και κειμενογλωσσολόγους της γερμανικής.Το θέμα της διδακτορικής του διατριβής ήταν η γλώσσα που χρησιμοποιούν οι Γερμανοί νέοι, ενώ έχει δημοσιεύσει συγκριτικές μελέτες γενικά για τη γλώσσα της νεολαίας όπως π.χ. 'Η ορθρογραφική ποικιλότητα στο ελληνικό ηλεκτρονικό ταχυδρομείο' ή 'Γλωσσολογικές προσεγγίσεις στο δημοσιογραφικό λόγο'. Οι κοινωνιολόγοι θέλουν όσους επηρεάζονται από δύο γλώσσες, δύο κουλτούρες, δύο νοοτροπίες να έχουν διαφοροποιημένη επιστημονική σκέψη. Ο κ. Ανδρουτσόπουλος μας εξηγεί ότι: "αυτόματα έχουν άλλη συγκριτική προοπτική, διότι βλέπουν τα πάντα όχι από τη σκοπιά της κουλτούρας από την οποία προέρχονται, αλλά με κάποια απόσταση. Προσωπικά προσπαθώ όσον αφορά τον κλάδο μου να παίρνω περισσότερο μια ευρωπαϊκή στάση: πάντα λέω ότι γεννήθηκα κάπου στην Ευρώπη και δουλεύω κάπου αλλού, πάλι στην Ευρώπη. Η διπλή πολιτισμικότητά μου με βοηθάει να αναπτύξω μια πιο ευρεία προοπτική. Ναι, όσοι διαθέτουν διπλή πολιτισμικότητα έχουν μια ευρεία συγκριτική ματιά που τους απελευθερώνει από το ζυγό της εθνικής προοπτικής."

Ακροβατισμός και ισορροπία λοιπόν ανάμεσα στη διπλή πολιτισμικότητα. Ανάμεσα στο ελληνικό σκέπτεσθαι και ζειν και στο γερμανικό. Οι σχέσεις του κ. Ανδρουτσόπουλου με τους Έλληνες είναι ενδεικτικές αυτής της ενδιαφέρουσας ισορροπίας, ενδεικτικές της τακτικής των ίσων αποστάσεων:

"Δεν είχα ποτέ σχέσεις με αυτό που λέμε ελληνική παροικία, αλλά με μεμονωμένα πρόσωπα. Με Έλληνες που κάνουν τα πιο διαφορετικά πράγματα: μουσική, τέχνη, πολιτική, επιστήμη. Προσπαθούσα και προσπαθώ να αποφύγω την παγίδα της στείρας σύγκρισης ανάμεσα στη Γερμανία και την Ελλάδα που συνηθίζουν όσοι Έλληνες συνδέονται στενά με την παροικία. Φυσικά γνωρίζω ότι αυτό που λέω ανταποκρίνεται εν μέρει στην πραγματικότητα και είναι στερεότυπο. Όμως ειλικρινά δεν έχω ενδιαφέρον να ακούω κλάψες και τα κακώς κείμενα της Γερμανίας και τα ωραία, τα πάντα είναι καλύτερα στην πατρίδα, της Ελλάδας. "

Το πιο ενδιαφέρον κεφάλαιο της καθημερινότητας του Γιάννη Ανδρουτσόπουλου είναι ότι ασχολείται με το πιο ζωντανό κομμάτι του πληθυσμού τη νεολαία και με το πιο ζωντανό μέσον επικοινωνίας, τη γλώσσα. Τελειώνοντας τον ρωτήσαμε ποιά είναι η γνώμη για τη γλώσσα της ελληνικής νεολαίας στη Γερμανία;

"Δεν έχει δυστυχώς εξεταστεί ακόμη η γλώσσα της νεολαίας της δεύτερης και τρίτης γενιάς μεταναστών" μας απάντησε ο νεαρός καθηγητής για να συμπληρώσει πως: "υπακούει γενικά στις γνωστές θεωρίες περί γλωσσικής επαφής. Δηλαδή οι νεαροί και οι νεαρές της δεύτερης και τρίτης γενιάς δεν χρησιμοποιούν μόνον ελληνικά ή μόνον γερμανικά, αλλά εναλλάσουν, ανακατεύουν τις δύο γλώσσες κατά τη διάρκεια της ομιλίας τους. Πρόκειται για ένα απολύτως φυσιολογικό φαινόμενο, του οποίου η κατάληξη είναι συνήθως η εξαφάνιση της γλώσσας προέλευσης. Στην Ευρώπη υπάρχουν όμως περισσότερες δυνατότητες για τη διατήρηση και καλλιέργεια της γλώσσας προέλευσης, διότι πολιτικά προωθείται η πολυγλωσσία. Διαφέρει δηλαδή η Ευρώπη από την Αμερική και την Αυστραλία που η πίεση της αφομίωσης ήταν καθοριστική για την δεύτερη και τρίτη γενιά."

Βιβή Παπαναγιώτου