1. Μετάβαση στο περιεχόμενο
  2. Μετάβαση στο κύριο μενού
  3. Μετάβαση σε περισσότερους ιστοτόπους της DW

Η απώλεια μνημείων πληγώνει τους λαούς

9 Δεκεμβρίου 2019

Ερευνητικό πρόγραμμα στο Βερολίνο εξετάζει το θέμα της μετατόπισης πολιτιστικών αγαθών στο εξωτερικό. Η καθηγήτρια Ελεονώρα Βρατσκίδου μελετά την αφαίρεση και τη μεταφορά γλυπτών από την Ελλάδα.

https://p.dw.com/p/3URoQ
Griechenland Athen Elgin marbles | Akropolismuseum
Εικόνα: DW/A. Carassava

Το 95% της πολιτιστικής κληρονομιάς της Αφρικής βρίσκεται εκτός της μαύρης ηπείρου. Τα πολιτιστικά της αγαθά μεταφέρθηκαν σε άλλες χώρες ως λάφυρα πολέμου, κλάπηκαν, κατασχέθηκαν από αποικιακά καθεστώτα, αγοράστηκαν από εμπόρους έργων τέχνης. Αυτή η μετατόπιση πολιτιστικών αγαθών δεν συνέβη μόνο στην Αφρική. Σε πάνω από 8.000 υπολογίζονται οι ελληνικές αρχαιότητες που βρίσκονται σε μουσεία του εξωτερικού. Οι γνωστότερες περιπτώσεις είναι τα γλυπτά του Παρθενώνα που βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο στο Λονδίνο και η Αφροδίτη της Μήλου όπως και η Νίκη της Σαμοθράκης στο Μουσείο του Λούβρου στο Παρίσι.

Το θέμα της μεταφοράς πολιτιστικών αγαθών απασχόλησε πρόσφατα στο Βερολίνο το διεθνές συνέδριο «Translocations» (Μετατοπίσεις). Διοργανώτρια ήταν η Μπενεντίκτ Σαβόι, καθηγήτρια ιστορίας της τέχνης στο Πολυτεχνείο Βερολίνου (TU Berlin) και στο ανώτατο ερευνητικό ίδρυμα Collège de France στο Παρίσι. Με εντολή του γάλλου Προέδρου η κ. Σαβόι είχε συντάξει τον περασμένο χρόνο μαζί με το τον ακαδημαϊκό Φελγουίν Σαρ έκθεση για την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών από αφρικανικές χώρες που βρίσκονται στη Γαλλία.

Προς αποφυγή μιας συζήτησης

Μπενεντίκτ Σαβόι: Το ιστορικό κάθε εκθέματος στα μουσεία θα πρέπει να είναι γνωστό
Μπενεντίκτ Σαβόι: Το ιστορικό κάθε εκθέματος στα μουσεία θα πρέπει να είναι γνωστόΕικόνα: DW/P. Kouparanis

Εδώ και τρία χρόνια η καθηγήτρια διευθύνει ερευνητικό πρόγραμμα που ασχολείται με τα «εξόριστα» πολιτιστικά αγαθά. Παρ' ότι το ζήτημα είναι παλιό, η έρευνα ξεκίνησε μόλις πρόσφατα. Γιατί; «Επειδή για πολύ μεγάλο διάστημα ήταν ένα θέμα ταμπού» εξηγεί η Μπενεντίκτ Σαβόι. «Τα μουσεία και πολλοί άλλοι παράγοντες δεν ήθελαν καν να το θίξουν.» Ο σημαντικότερος λόγος είναι ότι προσπαθούσαν να αποφύγουν τη συζήτηση για την επιστροφή των πολιτιστικών αγαθών στις χώρες προέλευσής τους. Στην περίπτωση των μεγάλων ευρωπαϊκών μουσείων μια επιστροφή θα σήμαινε ότι θα αδυνατούσαν πλέον να διαδραματίσουν το ρόλο τους, όπως τον αντιλαμβάνονται, να παρουσιάζουν δηλαδή τις διαφορετικές εκφάνσεις του ανθρώπινου πολιτισμού.

Το ερευνητικό πρόγραμμα προσεγγίζει το όλο θέμα διαχρονικά από πολλές πλευρές. Για παράδειγμα, εξετάζει τα αισθήματα που προκαλεί σε ένα λαό η απώλεια πολιτιστικών αγαθών. «Ήδη ο αρχαίος ιστορικός Πολύβιος», επισημαίνει η κ. Σαβόι, «περιέγραφε το πόσο πληγώνεται μια πόλη, μια χώρα για πολλές γενιές όταν αποκόπτονται από την πολιτιστική τους κληρονομιά. Η απώλεια πολιτιστικών αγαθών προκαλεί σε έναν λαό τραύματα.» Τους ερευνητές απασχολεί επίσης τόσο η πολιτική και νομική διάσταση της μετατόπισης πολιτιστικών αγαθών όσο και ο συμβολισμός που αποκτούν στην χώρα που παραμένουν μετά την μεταφορά τους. Οι πηγές της έρευνας είναι γραπτά κείμενα της εποχής, φωτογραφίες, πίνακες, διαφημίσεις κτλ.

Επιχειρήματα ή προφάσεις;

Η Ελεονώρα Βρατσκίδου μπροστά από τον πίνακα της ερευνητικής ομάδας με τα διάφορα στάδια «εξόριστων» πολιτιστικών αγαθών
Η Ελεονώρα Βρατσκίδου μπροστά από τον πίνακα της ερευνητικής ομάδας με τα διάφορα στάδια «εξόριστων» πολιτιστικών αγαθώνΕικόνα: DW/P. Kouparanis

Στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος προέκυψαν 10 δημοσιεύσεις που αφορούν ελληνικά θέματα. Αρμόδια αυτού του μέρους είναι η Ελεονώρα Βρατσκίδου, επισκέπτρια καθηγήτρια στο Ινστιτούτο Επιστημών της Τέχνης του Πολυτεχνείου Βερολίνου. Ο τρόπος, με τον οποίο εξετάζει την περίπτωση της αφαίρεσης των γλυπτών της Ακρόπολης από τον Λόρδο Έλγιν στις αρχές του 19ου αιώνα, είναι ενδεικτικός για την προσέγγιση του ερευνητικού προγράμματος. Μια από τις πτυχές που μελέτησε ήταν η σημασία που είχαν τα γλυπτά για τους σύγχρονους κατοίκους της Αθήνας. «Έχουμε μαρτυρίες», εξηγεί η καθηγήτρια Βρατσκίδου, «ότι τα θεωρούσαν ως ανθρώπους που με την έλευση των Οθωμανών μετατράπηκαν σε πέτρα από κάποιο κακό μάγο. Πίστευαν ότι ορισμένα αγάλματα είναι υπεύθυνα για τη γονιμότητα των χωραφιών και τους άναβαν κεριά.» Μετά τη μεταφορά τους στο Βρετανικό Μουσείο τα γλυπτά αποκτούν μια άλλη σημασία, «γίνονται αντικείμενα επιστημονικής διερεύνησης και αισθητικής απόλαυσης» και θεωρούνται πλέον μέρος της βρετανικής πολιτιστικής κληρονομιάς.

Η βασική επιχειρηματολογία που χρησιμοποιείται για να δικαιολογηθεί η μετατόπιση πολιτιστικών αγαθών είναι ότι με αυτό τον τρόπο προστατεύονται από την καταστροφή, ότι οι ντόπιοι δεν έχουν αίσθηση της σημασίας τους, ότι τους αφήνουν αδιάφορους. Στην περίπτωση των γλυπτών τον Παρθενώνα τα επιχειρήματα δεν είναι βάσιμα. Όχι μόνο επειδή το συνεργείο του Λόρδου Έλγιν κυριολεκτικά ξήλωσε από τον Παρθενώνα αρχιτεκτονικά του μέλη, συμβάλλοντας έτσι στην περαιτέρω καταστροφή του. Γραπτή περιγραφή του ιρλανδού αρχαιολόγου και ζωγράφου Έντουαρτ Ντόντουελ, την οποία επικαλείται στην έρευνά της η Ελεoνώρα Βρατσκίδου, κάνει λόγο για σοβαρές διαμαρτυρίες χριστιανών και μουσουλμάνων κατοίκων για την αφαίρεση των μαρμάρων. Και σε ό,τι αφορά την υποτιθέμενη άγνοια των Ελλήνων για την πολιτιστική τους κληρονομιά - ήδη το 1807 ο Αδαμάντιος Κοραής διατυπώνει έκκληση προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο για τη δημιουργία ενός «Ελληνικού Μουσείου». Αφορμή ήταν η αγορά παλαιών χειρογράφων από ελληνικές μοναστηριακές βιβλιοθήκες από τον άγγλο περιηγητή Έντουαρτ Κλαρκ.

Παναγιώτης Κουπαράνης, Βερολίνο