Επιζών του Ολοκαυτώματος παίζει τζαζ κατά του κορωνοϊού | Κοινωνία & Πολιτισμός | DW | 07.05.2020
  1. Inhalt
  2. Navigation
  3. Weitere Inhalte
  4. Metanavigation
  5. Suche
  6. Choose from 30 Languages
Διαφήμιση

Κοινωνία & Πολιτισμός

Επιζών του Ολοκαυτώματος παίζει τζαζ κατά του κορωνοϊού

Αυτοσχεδιάζει τζαζ στο πιάνο από το παράθυρό του και οι περαστικοί τον χειροκροτούν. Ο Σιμόν Γκρονόφσκι, 88 χρονών, επέζησε από την φρίκη και παίζοντας τζαζ στέλνει μήνυμα ελπίδας.

Αυτό με την υποχρεωτική μάσκα λόγω κορωνοϊού, δεν αρέσει καθόλου στον Σιμόν Γκρονόφκσι. Στον εγγονό του, Ρομέν, παραπονιέται ότι δεν καταλαβαίνει τις ερωτήσεις της δημοσιογράφου, καθώς μιλά πίσω απ’ αυτή τη χοντρή βαμβακερή μάσκα. Ο Γκρονόφκσι είναι 88 χρονών και φορά ακουστικά βαρηκοΐας και στα δύο του αυτιά.  Το ένα τού γλιστρά κάθε φορά που προσπαθεί να στερεώσει στο αυτί του το λαστιχάκι της πράσινης χειρουργικής μάσκας που φορά. Μπορεί να μην ακούει και τόσο καλά, αλλά δεν δίνει σε καμιά περίπτωση την εντύπωση ότι είναι γέρος. “Είμαι δικηγόρος και συνεχίζω να εργάζομαι, είμαι πολύ νέος για να σταματήσω” λέει ο Βέλγος, και ανακάθεται πίσω από το βαρύ καφετί γραφείο του. Το ότι συνεχίζει την εργασία του, τον γεμίζει υπερηφάνεια, γιατί το κατάφερε ολομόναχος. Ήταν ένας στόχος καθόλου αυτονόητος, για ένα Εβραιόπουλο που μεγάλωσε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο χωρίς τους γονείς του. 

Σώθηκε χάρη σε Βέλγους αντιστασιακούς

Το 1943 διέφυγε από το μοιραίο τραίνο για το Άουσβιτς

Το 1943 διέφυγε από το μοιραίο τραίνο για το Άουσβιτς

Το ότι κατάφερε αυτόν τον στόχο το χρωστά ο Σίμον Γκρονόφκσι σε Βέλγους αντιστασιακούς. Στις 19 Απριλίου του 1943 τρεις εξ αυτών επιτέθηκαν σε τραίνο, που μετέφερε μεταξύ άλλων τον μικρό Σίμον με τη μητέρα του Χάνα από το κέντρο συγκέντρωσης του βελγικού Μεσελέν στο στρατόπεδο εξόντωσης του Άουσβιτς στην Πολωνία. Από τους 1600 στοιβαγμένους ανθρώπους μπόρεσαν να διαφύγουν 200.

Ένας εξ αυτών ήταν ο Σίμον Γκρονόφσκι. “Τόλμησα μέσα στο σκοτάδι να πηδήξω από το τραίνο για να υπακούσω τη μητέρα μου” θυμάται σήμερα. Εάν μου έλεγε να μείνω μαζί της, δεν θα πηδούσα από το τραίνο και τώρα θα ήμουν νεκρός, όπως εκείνη”. Το ότι η μητέρα του δεν τον ακολούθησε, το εξηγεί σήμερα με το ότι δεν ήθελε να σταθεί εμπόδιο στη φυγή του. Εκείνη τη νύχτα, σε ηλικία 11 χρονών, έτρεχε για να γλυτώσει και είχε την τύχη να τον εντοπίσει κάποιος Βέλγος αστυνομικός και να τον μεταφέρει σε μια οικογένεια χριστιανών. 77 χρόνια αργότερα λέει πόσο ευγνώμων είναι απέναντι σε αυτούς τους ανθρώπους. “¨Πολλοί Βέλγοι βοήθησαν τότε τους κυνηγημένους Εβραίους”, λέει.

Έλα Φιτζέραλντ, Κάουντ Μπέισι και Φρανκ Σινάτρα στη Νέα Υόρκη (1975)

Έλα Φιτζέραλντ, Κάουντ Μπέισι και Φρανκ Σινάτρα στη Νέα Υόρκη (1975)

Και έτσι ήταν. Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο συστάθηκαν διάφορες αντιστασιακές οργανώσεις εναντίον των κατακτητών Γερμανών ναζιστών. Βέβαια, η επίθεση αντιστασιακών εναντίον του τραίνου νούμερο 20, όπου βρίσκονταν ο Γκρονόφσκι, με προορισμό το Άουσβιτς ήταν η εξαίρεση. Από τους 65.000 Εβραίους που ζούσαν στο Βέλγιο στις αρχές του πολέμου, εξοντώθηκαν γύρω στους 25.000 από τους ναζί και εν μέρει από Βέλγους δωσίλογους. Μετά την απελευθέρωση της χώρας του από τους Συμμάχους ο Γκρονόφσκι επέστρεψε στις Βρυξέλλες. Ως νεαρός νοίκιαζε ένα δωμάτιο από το σπίτι του πατέρα του, που λίγο μετά τον πόλεμο το 1945 πέθανε, και έτσι χρηματοδοτούσε τις σπουδές του στη Νομική Σχολή. Καμιά φορά τον ρωτούσαν, πώς κατάφερε μετά από τέτοιο πόνο να κρατηθεί όρθιος. “Με βοήθησε ο θαυμασμός για την μεγαλύτερη αδελφή μου, την Ίτα, που λίγο αργότερα από την μητέρα μου, εκτοπίστηκε στον Άουσβιτς, όπου και έχασε τη ζωή της” λέει. “Η αγάπη της για τη μουσική με έφερε μετά τον πόλεμο στο πιάνο, από τότε η τζαζ είναι η ζωή μου, μου αρέσει περισσότερο να αυτοσχεδιάζω και να εμπνέομαι από τους μεγάλους της τζαζ, την Έλα Φιτζέραλντ, τον Ντιουκ Έλινγκτον και τον Κάουντ Μπέισι”.

Στις 8 το βράδυ ακριβώς αυτοσχεδιάζει στο πιάνο

Πάντα ακριβώς στις οκτώ

Πάντα ακριβώς στις οκτώ

Στις Βρυξέλλες ο Γκρονόφσκι δεν είναι άγνωστος. Δίνει τακτικά συναυλίες, μια φορά μάλιστα εμφανίστηκε με έναν από τους γνωστότερους αμερικανούς ηθοποιούς και σκηνοθέτες, τον Γούντι Άλεν. Αλλά για τον εαυτό  του ο υπερήλικας δικηγόρος και καλλιτέχνης δεν θεωρεί ότι είναι σπουδαίος πιανίστας. Παρόλα αυτά αποφάσισε, τώρα στη διάρκεια της κορωνοκρίσης, να δίνει τακτικά συναυλίες μικρής διάρκειας. Επειδή δεν επιτρέπεται να βγει έξω, θέλει να δώσει χαρά τουλάχιστον στους συγκατοίκους του. Βοήθεια πήρε από τα εγγόνια του, που μετέφεραν το πιάνο κοντά στο παράθυρο του διαμερίσματός του στο ισόγειο.

Μια με δυο φορές την εβδομάδα βάζει τη καφετιά ζακέτα του, ανοίγει το μεγάλο παράθυρο προς το δρόμο, κάθεται στο σκαμπό και αρχίζει το βράδυ, ακριβώς στις 8, να παίζει. Ακριβώς την ίδια ώρα που ο κόσμος βγαίνει στα μπαλκόνια και χειροκροτεί εκείνους που προσφέρουν αυτές τις ημέρες τον καλύτερο εαυτό τους, για παράδειγμα τους γιατρούς, τους νοσηλευτές, τους πωλητές.  Ο Γκρονόφσκι αυτοσχεδιάζει και παίζοντας το What a wonderful world επηρεάζεται από το μεγάλο του είδωλο, τον Λούις Άρμστρονγκ. Ένα τραγούδι που ταιριάζει στο κλίμα, όπως λέει ο ίδιος. “Μου δίνει χαρά, να μοιράζω λίγο ελπίδα, αυτή η κρίση είναι σκληρή και χρειάζεται κανείς θάρρος για να την ξεπεράσει”.

Το κοινό χειροκροτεί από τον δρόμο

Το κοινό χειροκροτεί από τον δρόμο

Όταν παίζει, ορισμένοι γείτονες βγαίνουν από τα σπίτια τους. Όσοι κάνουν τζόκινγκ κοντοστέκονται και κάθονται από την άλλη πλευρά του δρόμου, αυτό είναι το κοινό του παρά τις αποστάσεις ασφάλειας που κρατά. Ένας περαστικός λέει ότι για πρώτη φορά μετά από ένα μήνα βλέπει τόσο πολύ κόσμο μαζεμένο στο δρόμο. Στην αυτοσχέδια σκηνή στο παράθυρο σηκώνεται ο Γκρονόφσκι από το σκαμπό μετά από 20 λεπτά. Οι περαστικοί τον χειροκροτούν πριν φύγουν. Τα μέτρα αναγκαστικού εγκλεισμού τού θυμίζουν δικά του βιώματα ως Εβραίου κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όταν δεν τολμούσε από φόβο να βγει από το σπίτι για να μην τον πιάσουν οι ναζί. “Η μεγάλη διαφορά είναι ότι τώρα μπορεί κανείς να δει τηλεόραση, να διαβάσει εφημερίδα, να κάνει προμήθειες φαγητού”. Άλλους παραλληλισμούς δεν θέλει να κάνει. Ωστόσο ένα είναι σαφές, ότι όπως και τότε, έτσι και τώρα η τζαζ του δίνει ελπίδα. 

Μαρίνα Στράους

Επιμέλεια: Ειρήνη Αναστασοπούλου