Ένας χρόνος λειτουργίας των «κέντρων τράνζιτ» | Πολιτική | DW | 28.07.2019
  1. Inhalt
  2. Navigation
  3. Weitere Inhalte
  4. Metanavigation
  5. Suche
  6. Choose from 30 Languages
Διαφήμιση

Πολιτική

Ένας χρόνος λειτουργίας των «κέντρων τράνζιτ»

Πόλεμος, επικίνδυνο ταξίδι στη θάλασσα, άφιξη στη Γερμανία και τέλος αναμονή. Τα «κέντρα τράνζιτ» άρχισαν να λειτουργούν πριν ένα χρόνο με απόφαση του υπ. Εσ. Ζεεχόφερ. Πώς διαγράφεται η κατάσταση σήμερα, ένα χρόνο μετά;

Πριν σχεδόν από ένα χρόνο, την 1η Αυγούστου 2018, ξεκίνησαν να λειτουργούν σε ορισμένα γερμανικά κρατίδια μετά από υπουργική απόφαση τα κέντρα υποδοχής, ασύλου και επαναπροώθησης μεταναστών ή πιο απλά «κέντρα τράνζιτ».Επρόκειτο για ένα μέτρο που έφερε την σφραγίδα του Βαυαρού Χριστιανοκοινωνιστή υπ. Εσωτερικών Χορστ Ζεεχόφερ και που αποτελούσε απόρροια της συμφωνίας για την συγκρότηση κυβέρνησης συνασπισμού των αδελφών κομμάτων CDU (Xριστιανοδημοκράτες) και CSU (Xριστιανοκοινωνιστές) με το SPD (Σοσιαλιστές).Ένα χρόνο μετά, κάνοντας τον πρώτο απολογισμό της λειτουργίας τους, παραμένουν αμφιλεγόμενα.

Σύμφωνα με το Προσφυγικό Συμβούλιο Βαυαρίας οι συνθήκες διαβίωσης των προσφύγων στα κέντρα αυτά δεν ήταν πάντα συμβατές με τα ελάχιστα στάνταρ που θέτει η ΕΕ. Όπως αναφέρει το Προσφυγικό Συμβούλιο τουλάχιστον εκατό άνθρωποι ήταν αναγκασμένοι να ζουν σε έναν κοινό χώρο για μεγάλο διάστημα. Ωστόσο ο υπ. Εσωτερικών της Βαυαρίας Γιόαχιμ Χέρμαν έχει αντίθετη άποψη. 'Ενα χρόνο μετά, μιλά με επαινετικά σχόλια για τη δουλειά που έχει γίνει στη Βαυαρία. Για τα επτά «κέντρα τράνζιτ» της Βαυαρίας λέει χαρακτηριστικά ότι έχουν αποδείξει την αποτελεσματικότητά τους, ενώ εγγυώνται ταχύτερη εξέταση των αιτήσεων για παροχή ασύλου.

Το αμφιλεγόμενο «βαυαρικό πρότυπο»

Κατόπιν απόφασης του γερμανικού υπ. Εσωτερικών και του Χορστ Ζεεχόφερ άρχισαν να λειτουργούν τα «κέντρα τράνζιτ» τον Ιούλιο του 2018

Κατόπιν απόφασης του γερμανικού υπ. Εσωτερικών και του Χορστ Ζεεχόφερ άρχισαν να λειτουργούν τα «κέντρα τράνζιτ» τον Ιούλιο του 2018

Η Βαυαρία με τα επτά «κέντρα τράνζιτ» ήταν το πρώτο κρατίδιο που υλοποίησε το σχέδιο Ζεεχόφερ. Ωστόσο έκτοτε το «βαυαρικό πρότυπο» έχουν ακολουθήσει πολλά άλλα γερμανικά κρατίδα. Παρόμοια κέντρα λειτουργούν μόνο στην πρωτεύουσα της Σαξονίας, Δρέσδη και στο Λέμπαχ στο Ζάαρλαντ. Στο μεταξύ σχεδιάζεται να κατασκευαστεί ένα αντίστοιχο κέντρο και στο κρατίδιο Μεκλεμβούργου – Πομερανία, ωστόσο έχει συμφωνηθεί να μην αποκαλείται «κέντρο τράνζιτ» ή όπως λέγεται στα γερμανικά κέντρο «ANKER» (Ankunft: υποδοχή, Kommunale Verteilung: κατανομή προσφύγων, Entscheidung: απόφαση ασύλου, Rückführung: επαναπροώθηση). Σύμφωνα με το «Μasterplan» του Ζεεχόφερ ένας βασικός στόχος των εν λόγω κέντρων είναι η επίσπευση των απελάσεων. Εντούτοις σύμφωνα με τον Γιόαχιμ Χέρμαν οι αιτούντες άσυλο μπορούν έτσι να αποκτούν πιο γρήγορα μια καθαρή εικόνα για την κατάστασή τους και τις προοπτικές που έχουν στη Γερμανία.

Από την πλευρά των γερμανικών αρχών σε καλό δρόμο βρίσκεται, ένα χρόνο μετά, ειδικότερα το «κέντρο τράνζιτ» της Δρέσδης. Όπως αναφέρει ο υπ. Εσωτερικών της Σαξονίας, Ρόναλντ Βέλερ από το CDU, ο μέσος χρόνος παραμονής των αιτούντων άσυλο εκεί είναι τρεις μήνες. Επίσης λόγω έλλειψης χώρων οι 1500 αιτούντες άσυλο μοιράστηκαν σε δύο διαφορετικά καταλύματα, ανάλογα με την εθνικότητα ή το θρήσκευμά τους. Το μέτρο αυτό φαίνεται να μείωσε τις εντάσεις. Σε αυτό συνέβαλε και η πρόσληψη υπαλλήλων για την αποφυγή περιστατικών βίας. Υπάρχει ωστόσο και η άλλη ανάγνωση. Σύμφωνα με την ανθρωπιστική οργάνωση της Καθολικής Εκκλησίας Caritas η πρόσληψη υπαλλήλων για την αποφυγή περιστατικών βίας εκτονώνει εν πρώτοις την κατάσταση στα «κέντρα τράνζιτ», όπως αυτό της Δρέσδης, δεν βοηθά ωστόσο στους σκοπούς της ένταξης και της προστασίας των αιτούντων. Επίσης όπως επισημαίνει η Caritas, ναι μεν η κατάσταση έχει βελτιωθεί πχ. στο κομμάτι της υγειονομικής περίθαλψης, εντούτοις σε πολλά «κέντρα τράνζιτ» το μεγάλο πρόβλημα παραμένει ο χρόνος αναμονής των αιτούντων άσυλο. Στα περισσότερα κέντρα, πλην εξαιρέσεων, πολλοί αναγκάζονται να περιμένουν την απόφαση ασύλου για ένα χρόνο, ενώ κάποιοι ακόμη και για δύο χρόνια.

Ζαμπίνε Ντόμπελ, dpa

Eπιμέλεια: Δήμητρα Κυρανούδη