1. Inhalt
  2. Navigation
  3. Weitere Inhalte
  4. Metanavigation
  5. Suche
  6. Choose from 30 Languages

Οικονομία

G20: Προτεραιότητα στις μεταρρυθμίσεις

Στη συνάντηση των G20 στη Σαγκάη συζητήθηκε η ανάγκη διαρθρωτικών αλλαγών που θα δώσουν ώθηση στην παγκόσμια οικονομία. Απέναντι στον κίνδυνο της ύφεσης οι υπουργοί Οικονομικών δηλώνουν έτοιμοι να πράξουν τα δέοντα.

Οι είκοσι ισχυρότερες οικονομίες του πλανήτη (G20) προτίθενται να εμποδίσουν μέσω μεταρρυθμίσεων την περαιτέρω αποδυνάμωση της παγκόσμιας οικονομίας. Οι υπουργοί Οικονομικών και οι κεντρικοί τραπεζίτες από τις 20 χώρες, οι οποίοι συναντήθηκαν στην Σαγκάη, συμφώνησαν ότι θα πρέπει να προχωρήσουν σε επιπλέον ενέργειες προκειμένου να επιτευχθούν οι αναπτυξιακοί τους στόχοι. Οι κορυφαίες οικονομίες τονίζουν παράλληλα την ετοιμότητά τους απέναντι σε όποια πιθανή οπισθοδρόμηση της οικονομικής ανάπτυξης. Πάνω απ' όλα θέλουν να εμποδίσουν τον «νομισματικό πόλεμο» και τον κίνδυνο της ανταγωνιστικής υποτίμησης.

«Η γρήγορη πρόοδος στις διαρθρωτικές αλλαγές θα ενδυναμώσει μεσοπρόθεσμα την ανάπτυξη και θα καταστήσει τις οικονομίες μας περισσότερο καινοτόμες, ευέλικτες και ανθεκτικές» σύμφωνα με τα συμπεράσματα της συνάντησης. Οι G20 θεωρούν άλλωστε πως η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται σε τροχιά ανάπτυξης. Υπενθυμίζουν ωστόσο ότι η σημερινή ανάκαμψη είναι ανομοιογενής και ότι μέχρι στιγμής δεν έχει επιτύχει τον στόχο της σταθερής και ισορροπημένης ανάπτυξης. Ο κίνδυνος οπισθοδρόμησης και αποσταθεροποίησης παραμένει ισχυρός.

Ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας Βόλφγκανγκ Σόιμπλε δήλωσε μετά τις συνομιλίες στην κινεζική μεγαλούπολη: «Προφανώς τα τελευταία χρόνια κάναμε μερικά βήματα προόδου στα πλαίσια του G20». Τόνισε δε ότι η κατάσταση της παγκόσμιας οικονομίας είναι καλύτερη απ' ό,τι αφήνουν να διαφανεί οι κλυδωνισμοί των αγορών και πως όλοι προσπαθούν τώρα να μετριάσουν τις υπερβολές χωρίς όμως να ωραιοποιούν τα πράγματα.

Στα πλαίσια της συνάντησης η έμφαση δόθηκε στις διαρθρωτικές αλλαγές. Σύμφωνα με τον Σόιμπλε οι G20 συμφωνούν ότι το πεδίο της νομισματικής πολιτικής έχει στενέψει. Οπισθοχώρηση στους κανόνες που ρυθμίζουν την χρηματοπιστωτική αγορά δεν πρόκειται να υπάρξει. Επιπλέον πρόκειται να ενισχυθεί ο αγώνας των G20 ενάντια στα φορολογικά τεχνάσματα των πολυεθνικών.

Το Brexit θα προκαλούσε σοκ στις αγορές

Ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας Βόλφγκανγκ Σόιμπλε ήταν παρών στη συνάντηση

Ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας Βόλφγκανγκ Σόιμπλε ήταν παρών στη συνάντηση

Από την πλευρά του ο πρόεδρος της Τράπεζας της Γερμανίας Γενς Βάιντμαν πρόσθεσε ότι οι προοπτικές ανάπτυξης είναι καλύτερες απ' ό,τι λέγεται. Η παγκόσμια οικονομία οφείλει να αναπτυχθεί, ακόμη και με αργότερους ρυθμούς απ' όσο ήταν αναμενόμενο: «Δεν υπάρχει κανένας λόγος να περιγράφουμε την κατάσταση με απαισιόδοξους τόνους». Ούτε για την Κίνα όμως υπάρχουν ενδείξεις ύφεσης. Και στην ευρωζώνη η οικονομία θα πρέπει να αρχίσει να ανακάμπτει αυτόν και τον επόμενο χρόνο.

Ως ενδεχόμενο κίνδυνο για την παγκόσμια οικονομία οι G20 αναγνωρίζουν τις παλινδρομήσεις στις ροές κεφαλαίων αλλά και τις χαμηλές τιμές πρώτων υλών και τις κλιμακούμενες γεωπολιτικές έριδες. Επίσης επισημάνθηκε το ενδεχόμενο ενός σοκ από πιθανή έξοδο της Μ. Βρετανίας από την ΕΕ και από τις αυξανόμενες προσφυγικές ροές σε κάποιες περιοχές. Ενώ υπάρχουν βάσιμοι φόβοι ότι οι προγνώσεις για την παγκόσμια ανάπτυξη θα πρέπει για μία ακόμη φορά να μετριαστούν.

Οι G20 επιβεβαίωσαν την απόρριψη της πολιτικής υποτίμησης του νομίσματος ως μέσου δημιουργίας πλεονεκτήματος στον ανταγωνισμό στις διεθνείς αγορές: «Θα συντονιστούμε και θα συνεργαστούμε στενά απέναντι στην αγορά συναλλάγματος» ήταν η ακριβής διατύπωση. Η στάση αυτή εξηγείται από τις ανησυχίες των υπουργών Οικονομικών και των επικεφαλής των τραπεζών ότι διάφορες χώρες υποτιμούν τεχνητά το νόμισμά τους, ώστε να εξάγουν προϊόντα σε χαμηλότερες τιμές. Το γεγονός αυτό δεν αφορά μόνο την Κίνα, αφού το γεν και το ευρώ βρίσκονται επίσης αυτή την εποχή σε χαμηλά επίπεδα.

Όσον αφορά την πολιτική του φθηνού χρήματος εκ μέρους των τραπεζών, οι G20 τονίζουν ότι η πολιτική του χρήματος από μόνη της δεν μπορεί να οδηγήσει σε ισορροπημένη ανάπτυξη. Η οικονομική πολιτική εν γένει οφείλει να είναι όσο το δυνατόν περισσότερο «φιλική προς την ανάπτυξη» και ευέλικτη, ώστε να ενισχύσει την οικονομία και να δημιουργήσει θέσεις εργασίας και κλίμα εμπιστοσύνης, χωρίς ωστόσο να παραγνωρίζει και τα δεδομένα που αφορούν το δημόσιο χρέος.

Δημήτρης Ελευθεράκης (dpa)