1. Inhalt
  2. Navigation
  3. Weitere Inhalte
  4. Metanavigation
  5. Suche
  6. Choose from 30 Languages

Πολιτική

Χρεoκοπημένα κράτη - Το παράδειγμα Ισλανδία

Η διαδικασία του «υπερβολικού ελλείμματος»ξεκίνησε για την Ελλάδα, τη Γαλλία, την Ισπανία, την Ιρλανδία, τη Λετονία και τη Μάλτα. Oι συγκεκριμένες χώρες παρουσίασαν έλλειμμα υψηλότερο του 3% του ΑΕΠ.

default

Το τελευταίο διάστημα πολλές χώρες του κόσμου είναι υπερχρεωμένες. Μπορεί να λέμε συχνά ότι μία χώρα βρίσκεται στο χείλος της οικονομικής καταστροφής αλλά σπανίως γίνεται λόγος για χρεοκοπία. Όπως τονίζει ωστόσο ο καθηγητής οικονομικού δικαίου στο πανεπιστήμιο της Γένα, Κρίστοφ Όλερ: «Στο παρελθόν αρκετές χώρες είχαν χρεοκοπήσει. Αδυναμία να ανταποκριθούν στις οικονομικές τους υποχρεώσεις είχαν τελευταία η Ουκρανία και η Αργεντινή. Η διαφορά με την πτώχευση μιας επιχείρησης είναι βέβαια ότι ένα κράτος δεν βυθίζεται, δεν βάζει λουκέτο. Απλώς δεν μπορεί να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις του. Ανάλογα με το χρόνο που χρειάζεται για να ανακάμψει αρχίζει μετά από μερικά χρόνια να πληρώνει και πάλι και να παίρνει τη θέση του στις διεθνείς χρηματαγορές».

Φερεγγυότητα - το μυστικό της επιτυχίας

Island Finanzkrise Kaupping Bank in Reykjavik

Σε αυτές τις περιπτώσεις το σημαντικότερο – όπως και σε μία επιχείρηση – είναι η φερεγγυότητα. Από αυτήν εξαρτάται εάν και υπό ποιες συνθήκες μία χώρα μπορεί να δανειστεί χρήματα. Σε περίπτωση που δεν μπορέσει να βρει πόρους η κατάσταση απλώς χειροτερεύει. Το κράτος δεν μπορεί πλέον να κάνει επενδύσεις και αναγκάζεται να περιορίσει τις δαπάνες του, για παράδειγμα στην εκπαίδευση, στην υγεία και στα έργα υποδομής. Επίσης, εάν μία χώρα έχει κακή φήμη στην αγορά τότε αυξάνεται και το επιτόκιο για τα ήδη υπάρχοντα χρέη που πρέπει να αναχρηματοδοτηθούν. Και όσα περισσότερα πρέπει να καταβάλει για να αποπληρώσει παλιά χρέη τόσο περιορίζεται και η ευχέρεια κινήσεων της εκάστοτε κυβέρνησης.

Την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας κρατών αναλαμβάνουν μεγάλες εταιρίες όπως η Standard & Poor´s και η Moody´s. Όπως εξηγεί ο αναλυτής Αλεξάντερ Κόκερμπεκ: «Η διαφορά με μία επιχείρηση είναι ότι το κράτος έχει τη δυνατότητα να αλλάξει τις συμφωνίες. Μπορεί για παράδειγμα να προχωρήσει σε μία φορολογική μεταρρύθμιση. Ένα κράτος έχει περισσότερα εργαλεία για να διασφαλίσει τα έσοδά του από ότι μια επιχείρηση».

Καθαίρεση της Ισλανδίας

Proteste auf Island

Τον περασμένο Μάιο ο διεθνής οίκος αξιολόγησης Standard & Poor's, είχε καθαιρέσει την Ισλανδία από την κυρίαρχη θέση που κατείχε στην κατάταξη πιστοληπτικής ικανότητας παγκοσμίως. «Η χώρα έχει μόλις 300.000 κατοίκους. Μιλάμε για μια μικρή οικονομία που στηρίζεται κυρίως στην αλιεία και στις τρεις μεγάλες τράπεζες που δραστηριοποιούνται διεθνώς και που ανοίχθηκαν αρκετά τα τελευταία χρόνια. Τα χρέη ωστόσο οδήγησαν στο να μην θεωρούνται πλέον αξιόπιστες στις χρηματαγορές. Η κυβέρνηση αποφάσισε να κρατικοποιήσει τις τράπεζες και να αναλάβει τα χρέη. Ωστόσο για να γίνει αυτό το κράτος έπρεπε να χρεωθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό, γιατί ο προϋπολογισμός δεν σήκωνε τέτοια μεγέθη».

Η οικονομική κρίση οδήγησε σε νέα ακόμη πιο αρνητική αξιολόγηση εκ μέρους της Στάνταρτ εντ Πούρς.

«Στην περίπτωση της Ισλανδίας τα επιτόκια εκτινάχθηκαν στα ύψη γιατί σε καιρούς οικονομικής κρίσης οι επενδυτές αντιμετωπίζουν με καχυποψία τη συγκεκριμένη χώρα».

Ασήμαντη η αξία του ισλανδικού νομίσματος

Το αποτέλεσμα είναι ότι η Ισλανδία πρέπει να πληρώσει σήμερα υψηλότερα επιτόκια εάν θέλει να δανειστεί. Ανάμεσα σε όλα αυτά το νόμισμα της χώρας έχασε σχεδόν τα ¾ της αξίας του με αποτέλεσμα να εκτιναχθούν οι τιμές πολλών προϊόντων και αυτό σε μία χώρα που ειοσάγει σχεδόν τα πάντα.

Το παράδειιγμα της Ισλανδίας ωστόσο δεν είναι το μοναδικό στην ΕΕ. Πολλές χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, βρίσκονται αντιμέτωπες με την εκτίναξη των χρεών τους. Και μολονότι η συνθήκη του Μάαστριχτ ορίζει ότι το δημόσιο χρέος πρέπει να περιορίζεται στο 60 % του ΑΕΠ η Κομισιόν δεν επιβάλει ποτέ κυρώσεις σε περιπτώσεις παραβίασης, όπως συμβαίνει για παράδειγμα ότι οι χώρες μέλη παραβιάζουν το κριτήριο που αφορά στο έλλειμμα και το οποίο δεν επιτρέπεται να ξεπερνά το 3 %. Και αυτό θα έπρεπε να αλλάξει, όπως σημειώνουν πολλοί αναλυτές.