1. Inhalt
  2. Navigation
  3. Weitere Inhalte
  4. Metanavigation
  5. Suche
  6. Choose from 30 Languages

Κοινωνία & Πολιτισμός

Υπογράφτηκε η συμφωνία για το Ελληνογερμανικό Σχολείο του Βερολίνου

Πρόσφατα υπεγράφη από την ελληνική κυβέρνηση και το κρατίδιο του Βερολίνου το Πρωτόκολλο Συμφωνίας για το Ελληνογερμανικό Ευρωπαϊκό Σχολείο που θα ισχύει ως το 2010.

default

Με τη συμφωνία καθορίζεται η λειτουργία ενός πρωτοπόρου σχολικού μοντέλου που εξασφαλίζει στους μαθητές τις προϋποθέσεις ισότιμης αναγνώρισης του απολυτηρίου του ελληνικού Λυκείου και του ανάλογου γερμανικού Αμπιτούρ. Στη συμφωνία γίνεται επίσης αναφορά στο αναλυτικό και ωρολόγιο πρόγραμμα σε ποσοστό 50% ελληνόγλωσσης και 50% γερμανόγλωσσης διδασκαλίας μαθημάτων. Από ελληνικής πλευράς διασφαλίζεται η αποστολή και η πληρωμή των Ελλήνων εκπαιδευτικών. Ανάλογες υποχρεώσεις αναλαμβάνει και η γερμανική πλευρά. Με αυτή τη συμφωνία λύνονται ορισμένα προβλήματα, άλλα όμως εξακολουθούν να υπάρχουν.

Το Ευρωπαϊκό Ελληνογερμανικό Σχολείο του Βερολίνου είναι ένα από τα 18 δίγλωσσα κρατικά σχολεία όπου διδάσκονται ισότιμα τα γερμανικά και μία άλλη γλώσσα. Ο ελληνογερμανικός κλάδος ξεκίνησε το σχολικό έτος 1996-97 με νηπιακές τάξεις. Σήμερα αποτελείται από 2 δημοτικά σχολεία, ένα σχολείο μέσης εκπαίδευσης ‘Ρεάλσουλε’ και ένα Γυμνάσιο. Εδώ η πιο προχωρημένη τάξη είναι η δέκατη.
Το Ελληνογερμανικό Ευρωπαϊκό Σχολείο είναι από τα αρχαιότερα στο Βερολίνο. Ξεκίνησε πριν περίπου δέκα χρόνια με 29 παιδιά στο νηπιαγωγείο για να φθάσει σήμερα στους σχεδόν 300 μαθητές, Γερμανόπουλα και Ελληνόπουλα. «Μπορούμε να πούμε, διαπιστώνει ο υφυπουργός παιδείας του Βερολίνου, Τόμας Χέρτελ, ότι το παράδειγμα του Ελληνογερμανικού Ευρωπαϊκού Σχολείου αποτέλεσε πρότυπο για τα άλλα σχολεία αυτού του τύπου που δημιουργήθηκαν κατόπιν στην πόλη μας.» Ανεπιφύλακτα υπέρ αυτού του σχολικού μοντέλου εκφράζεται και ο πρόεδρος του Συλλόγου Προώθησης του Ευρωπαϊκού Σχολείου, Δημήτρης Αμανατίδης, ενός συλλόγου που λειτουργεί από το 1995: «Όποια κριτική και αν κάνουμε στο Ευρωπαϊκό Σχολείο, δήλωσε ο κ. Αμανατίδης, το σχολείο αυτό είναι πολύ καλύτερο απ’ όποιο σχολικό μοντέλο έχουμε γνωρίσει εμείς οι Έλληνες του Εξωτερικού.» Και πράγματι δεν υπάρχει Έλληνας υπουργός παιδείας και αρμόδιοι ελληνικοί εκπαιδευτικοί φορείς που να μην έχουν παινέψει αυτό το μοντέλο ως το ίσως «καλύτερο για τα παιδιά των Ελλήνων του εξωτερικού». Εφ’ όσον λοιπόν είναι έτσι, θα περίμενε κανείς, ότι η ελληνική πλευρά θα έδειχνε μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την καλύτερη λειτουργία του. Και αυτό για έναν επιπλέον λόγο: το Ελληνογερμανικό Ευρωπαϊκό Σχολείο βρίσκεται σε πειραματική φάση που θα ολοκληρωθεί σε τρεισήμισι περίπου χρόνια, όταν οι πρώτοι μαθητές θα έχουν αποκτήσει το απολυτήριο του ελληνικού λυκείου και το γερμανικό Αμπιτούρ. Αυτό καθιστά όμως αναγκαία, κατά τον Δημήτρη Αμανατίδη, την επιστημονική κάλυψη και αξιολόγηση της διδασκαλίας. Μια προσπάθεια του καθηγητή Μιχάλη Δαμανάκη από το Πανεπιστήμιο της Κρήτης, όταν ξεκίνησε το μοντέλο, σταμάτησε μετά από λίγο έλλειψη χρημάτων. Το ενδιαφέρον στην προκειμένη περίπτωση είναι, ότι ήδη τότε είχαν καταγραφεί τα προβλήματα που απασχολούν και σήμερα το ελληνογερμανικό ευρωπαϊκό σχολείο. «Μεταξύ αυτών, απαριθμεί ο κ. Αμανατίδης, είναι και το υλικό διδασκαλίας. Δεν είναι προσαρμοσμένο στις ανάγκες των Ελλήνων μαθητών που διδάσκονται στο εξωτερικό. Παραδίδονται μαθήματα από βιβλία που έχουν γραφτεί για τις ανάγκες των παιδιών στην Ελλάδα. Εκτός αυτού: στο Ευρωπαϊκό Σχολείο η επικοινωνία των Ελλήνων και Γερμανών δασκάλων είναι αναγκαία, καθώς λειτουργούν και οι δύο σε μία τάξη. Η συνεργασία τους είναι μια προϋπόθεση. Γεγονός είναι όμως ότι οι Έλληνες εκπαιδευτικοί που μιλούν γερμανικά είναι εξαίρεση.» Το πρόβλημα των Ελλήνων δασκάλων δεν είναι μόνο η γλώσσα, αλλά και η έλλειψη πρωτοβουλιών στην επιλογή και παρουσίαση της διδακτικής ύλης, κάτι που είναι αναγκαίο καθώς δεν έχουν ακόμη επεξεργαστεί τα ανάλογα σχολικά βιβλία. Το συμπέρασμα που βγάζει ο Δημήτρης Αμανατίδης από αυτή τη κατάσταση είναι, ότι «δεν στέλνεται στο Βερολίνο το κατάλληλο διδακτικό προσωπικό, αυτοί δηλαδή που πληρούν τις καλύτερες προϋποθέσεις, π.χ. να μιλούν τα γερμανικά. Αυτοί που πληρούν τις προϋποθέσεις επιλέγουν άλλες θέσεις ή ακόμη και άλλες περιοχές της Γερμανίας. Οι λόγοι ευνόητοι: στο Ευρωπαϊκό Σχολείο δουλεύουν περισσότερο απ΄ ό,τι στις απογευματινές τάξεις του Βερολίνου που διδάσκονται ελληνικά και πληρώνονται λιγότερα απ’ ότι στα ελληνικά σχολεία της Βαυαρίας και της Βάδης Βυτεμβέργης».

Εάν λοιπόν το ελληνικό υπουργείο παιδείας θεωρεί το Ελληνογερμανικό Ευρωπαϊκό Σχολείο ως μοντέλο σχολείου για τα ελληνόπουλα του εξωτερικού θα πρέπει να φροντίσει, έστω και με οικονομικά κίνητρα, να έρχονται στο Βερολίνο δάσκαλοι που θα είναι σε θέση να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις αυτού του μοντέλου.

Παναγιώτης Κουπαράνης, Βερολίνο