1. Inhalt
  2. Navigation
  3. Weitere Inhalte
  4. Metanavigation
  5. Suche
  6. Choose from 30 Languages

Κοινωνία & Πολιτισμός

"Το σπίτι με τους κορυδαλλούς"

Η σφαγή των Αρμενίων το 1915 στην καινούργια ταινία των αδελφών Ταβιάνι που προβλήθηκε χθες βράδυ στην 57η Μπερλινάλε

default

1915. Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, κάπου στα βάθη της Ανατολής, σε μια κωμόπολη. Στο σπίτι της εύπορης αρμένικης οικογένειας Αβακιάν Τούρκοι και Αρμένιοι γιορτάζουν μαζί. Ξένοιαστοι και χαρούμενοι. Και όχι μόνο. Η κόρη της οικογένειας είναι ερωτευμένη με έναν νεαρό Τούρκο αξιωματικό, ο οποίος τη λατρεύει, ενώ ο οικοδεσπότης διατηρεί άριστες σχέσεις με τον στρατιωτικό διοικητή της περιοχής.

Αλλά λίγα λεπτά αργότερα το σκηνικό της ταινίας αλλάζει ριζικά. Οι Αρμένιοι της ταινίας γίνονται θύματα, ενώ οι Τούρκοι θύτες.Η φρίκη αρχίζει με μικροπράγματα - με την άρνηση π.χ. των Τούρκων εργατών της έπαυλης των Αρμενίων να κατεβάσουν από το κάρο το νέο πιάνο με την πρόφαση ότι αισθάνονται κουρασμένοι. Και η γενοκτονία ξεκινά την άλλη μέρα με το αναποδογύρισμα μιας σουπιέρας από έναν τούρκο στρατιώτη και την έκφραση απορίας στο πρόσωπο του εύπορου Αρμένιου, όταν ένας γνωστός του τούρκος αξιωματικός τον πλησιάζει και χωρίς προειδοποίηση τον αποκεφαλίζει. Οι εικόνες του φονικού που βλέπουμε στη συνέχεια είναι συγκλονιστικές: αρμένισσες μητέρες που τις αναγκάζουν να σκοτώσουν το νεογέννητο αγόρι, η βουβή κραυγή μιας γυναίκας που πετούν το κεφάλι του άνδρα της στην ποδιά της.

Παρά την τεκμηρίωση με αυθεντικά ντοκουμέντα αυτών που διαδραματίζονται, ο Πάολο Ταβιάνι τονίζει ότι η ταινία τους δεν είναι ντοκιμαντέρ. «Εμείς», λέει, «δεν είμαστε ιστορικοί. Για αυτό το λόγο δεν παίρνουμε στην προκειμένη περίπτωση θέση, εάν θα πρέπει να χαρακτηρίσουμε αυτό που έχει συμβεί με τους Αρμένιους γενοκτονία ή σφαγή. Η ταινία μας ξεκινά από την πραγματικότητα όπως την έζησαν ορισμένα άτομα και προσθέτει φαντασία.»

„Το σπίτι με τους κορυδαλλούς“ βασίστηκε στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Ιταλίδας Αντόνια Αρσλάν. Σημείο αναφοράς του βιβλίου είναι η ιστορία της οικογένειάς της. Σε αυτήν επικεντρώνονται και οι αδελφοί Ταβιάνι διατηρώντας όμως ένα φορμαλιστικό θα λέγαμε ύφος, όταν δείχνουν τους θύτες και το φονικό τους έργο: δεν το παρουσιάζουν ως σαδιστικό μακελειό που ήταν αλλά ως έναν τυπικό και εορταστικό σφαγιασμό. Αλλά, πως να παρουσιάσεις με τα μέσα του κινηματογράφου μια πραγματικότητα που ακόμα και ο ανθρώπινος νους δύσκολα μπορεί να συλλάβει;

Στην ερώτηση για την πιθανή αντίδραση του κοινού όταν η ταινία παιχτεί στην Τουρκία, ο Βιτόριο Ταβιάνι μας απάντησε ότι μάλλον θα αποτελέσει μια „οδυνηρή εμπειρία για τους Τούρκους θεατές, όπως για μας οι ταινίες του ιταλικού νεορεαλισμού μετά τον πόλεμο που μας έδειχναν πως οι ιταλοί φασίστες βασάνιζαν άλλους Ιταλούς, αλλά και με πόσο κτηνώδη τρόπο βασάνιζαν και δολοφονούσαν Εβραίους. Το ίδιο ισχύει και για τις σύγχρονες γερμανικές ταινίες στη Γερμανία που ασχολούνται με τα εγκλήματα των ναζί. Αργά η γρήγορα θα πρέπει όμως να κανείς αυτό το βήμα.“

Ρωτήσαμε τέλος τον Άτιλα Ντορσάϊ, έναν από τους πιο διακεκριμένους τούρκους κριτικούς κινηματογράφου, μετά την προβολή της ταινίας των Ταβιάνι στο Βερολίνο για τη γνώμη του. «Η ταινία», μας είπε, «διατηρεί κάποια ισορροπία. Παρουσιάζει, για να το πω απλά, και καλούς Τούρκους που δεν συμφωνούσαν με τις σφαγές, που προσπαθούσαν να βοηθήσουν τους Αρμένιους. Από αυτήν την άποψη δεν είναι, όπως πιθανώς αναμενόταν, μια αντιτουρκική ταινία. Διατηρεί μια καλή ισορροπία. Δεν είναι όμως μεγάλη ταινία καθώς δεν σε πείθει πάντα. Και αν εξαιρέσεις ορισμένες σκηνές, η ταινία δεν μένει στη μνήμη σου. Ως Τουρκος λέω όμως ότι τέτοιες ταινίες θα πρέπει να γυρίζονται.»

Βερολίνο, Παναγιώτης Κουπαράνης