1. Inhalt
  2. Navigation
  3. Weitere Inhalte
  4. Metanavigation
  5. Suche
  6. Choose from 30 Languages

Κοινωνία & Πολιτισμός

«Το άρωμα»

Πρεμιέρα σήμερα στη Γερμανία για την ταινία «Το άρωμα» του σκηνοθέτη Τομ Τίκβερ , που βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Πάτρικ Ζίσκιντ

Από τα γυρίσματα της ταινίας

Από τα γυρίσματα της ταινίας

Το μυθιστόρημα «το άρωμα» του Γερμανού συγγραφέα Πάτρικ Ζίσκιντ παρουσιάσθηκε το 1985 και αμέσως έγινε μπεστ σέλερ διεθνώς. Το άρωμα έχει μεταφραστεί σε πάνω από 40 γλώσσες και έχει πουλήσει πάνω από 15 εκ. αντίτυπα. Οι αναγνώστες του βιβλίου πίστευαν πάντα πως ειδικά αυτή η ιστορία είναι αδύνατον να γίνει κινηματογραφική ταινία. Κι όμως: η ταινία «το άρωμα» είναι μια από τις πιο φιλόδοξες γερμανικές παραγωγές με 50 εκ Ευρώ κόστος και προβάλλεται από σήμερα στους κινηματογράφους.

Ο Joachim Kürten, ο δημοσιογράφος που πήρε συνέντευξη από το σκηνοθέτη του αρώματος, Τομ Τίκβερ, αναφέρει πως οι κριτικές της ταινίας διίστανται. Ας ακούσουμε το ρεπορτάζ που επιμελήθηκε η ΜΘ

Ο κεντρικός ήρωας είναι ένας δολοφόνος γυναικών αλλιώτικος από τους άλλους: ο Ζαν Μπαπτίστ Γγρενούιγ ζει στο Παρίσι του 1730. Ορφανός και πάμφτωχος μεγαλώνει στο περιθώριο και ζει τη σκληρή και μοναχική ζωή των αδικημένων της εποχής. Ωστόσο έχει μια ιδιότητα που τον κάνει να ξεχωρίζει από τους άλλους. Η όσφρησή του ξεπερνάει πολύ τα ανθρώπινα. Ο Γκρενούιγ αναγκάζεται μεγαλώνοντας να αφήσει το Παρίσι, καθώς η μυρωδιά της μεγαλούπολης προσβάλλει τη μύτη του. Στις επαρχιακές πόλεις που ζει οσφραίνεται κάτι καινούργιο: το άρωμα των όμορφων κοριτσιών. Μη έχοντας καμιά ελπίδα να κατακτήσει την αγάπη τους συλλαμβάνει το σχέδιο ενός αρώματος που οι νότες του θα αντιστοιχούν στα ωραιότερα κορίτσια.

Ο σκηνοθέτης της ταινίας μας περιγράφει τον ήρωα όπως αυτός τον παρουσιάζει στην ταινία του: «Ο Γκρενούιγ δεν έχει τη δυνατότητα να μάθει κάτι που θα του εξασφαλίσει τα προς το ζην, είναι ένας περιθωριακός, μοναχικός άνθρωπος που ζει τη μια απογοήτευση μετά την άλλη. Αυτή η κεντρική ιδέα του μυθιστορήματος έχει μεγάλη δύναμη, διότι ο καθένας από εμάς έχει ζήσει μια απογοήτευση και ξέρει τι θα πει μοναξιά. Δεν πρόκειται για κάτι το εντελώς φανταστικό, ο ήρωας δεν είναι ένας τρελός που τυχαίνει να έχει εξαιρετική όσφρηση. Αυτό είναι μεγάλο προσόν για την κεντρική φιγούρα μιας ιστορίας, η μοναξιά και ο πόνος του Γκρενούιγ τον φέρνουν πολύ κοντά μας, τα προβλήματά του μπορούμε να τα νιώσουμε πολύ καλά»

Η ιστορία του Ζίσκιντ είναι γεμάτη με φιγούρες και μοτίβα μιας κοινωνίας που την ξέρουμε και εμείς σήμερα: υπάρχουν οι φιλάργυροι, οι αγύρτες, οι φτωχοδιάβολοι, οι περιθωριακοί, τα όνειρα και οι φιλοδοξίες των νέων. Ο συγγραφέας παρουσιάζει την απόγνωση του Γκρενούιγ που μετατρέπεται σε φονικό κίνητρο με πολύ πειστικό τρόπο. Η ταινία αποτυγχάνει ακριβώς σε αυτό, λένε κάποιοι κριτικοί: η μεταμόρφωση του συνεσταλμένου, ατάλαντου νέου σε δολοφόνο δεν πείθει οθόνη.

Ο σκηνοθέτης Τομ Τίκβερ διέκρινε ένα ηθικό μήνυμα στην ταινία, το οποίο και προσπάθησε να μεταδώσει: «Βέβαια αυτός ο ανήθικος χαρακτήρας δεν κάνει ολόκληρη την ιστορία ανήθικη. Αντίθετα. Η ήττα του κεντρικού ήρωα ακριβώς τη στιγμή του θριάμβου οδηγεί σε ένα ηθικό δίδαγμα. Όλοι μας προσπαθούμε όπως και ο Γκρενούιγ μα δείξουμε τον καλύτερό μας εαυτό, να διορθώσουμε το παρουσιαστικό μας, να κάνουμε καλή εντύπωση και να προκαλέσουμε τη συμπάθεια και την αγάπη. Αλλά πάντα βγαίνουν στην επιφάνεια και οι αρνητικές μας ιδιότητες, τελικά είμαστε σαν όλους τους άλλους και ο Γκρενούιγ είναι επίσης σαν όλους τους άλλους.

Οι κριτικοί λένε πως οι δηλώσεις του σκηνοθέτη δεν πραγματοποιούνται στην οθόνη, όπου ο Γκρενούιγ παρουσιάζεται σαν απάνθρωπο τέρας από τη μια στιγμή στην άλλη. Αναγνώστες του βιβλίου που είδαν το έργο από την άλλη, σχολίασαν πως ο κόσμος της όσφρησης, της δυσωδίας και των αρωμάτων, είναι πιο προσβάσιμος μέσω της γραφής. Η ταινία, γεμάτη υπέροχες εικόνες και καταιγιστική δράση, δεν μπορεί να μεταδώσει μυρωδιές που διαβάζοντας νομίζεις πως τις οσφραίνεσαι κι εσύ. Όπως και να έχει όμως, το κινηματογραφικό έργο προσφέρει σχεδόν δυο ώρες ποιοτικής ψυχαγωγίας, έστω και χωρίς αρώματα.

Επιμέλεια: Μαριλένα Θανάσουλα