1. Inhalt
  2. Navigation
  3. Weitere Inhalte
  4. Metanavigation
  5. Suche
  6. Choose from 30 Languages

Ανακαλύψτε τη Γερμανία

Τα νομοθετικά όργανα της Γερμανίας

Δύο όργανα ασκούν στη Γερμανία την νομοθετική εξουσία: το Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο (Bundestag) και το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο (Bundesrat)

Την κύρια νομοθετική αρμοδιότητα ασκεί στη Γερμανία το Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο, το οποίο αναδεικνύει επίσης τον καγκελάριο, ελέγχει το κυβερνητικό έργο και εγκρίνει τον προϋπολογισμό του κράτους. Οι περίπου 600 βουλευτές που το απαρτίζουν εκλέγονται κάθε τέσσερα χρόνια.

Επιτροπές, τα εργαστήρια του κοινοβουλευτικού έργου

Οι βουλευτές ενός κόμματος συγκροτούν στο Bundestag μια κοινοβουλευτική ομάδα (Bundestagsfraktion). Η εκπροσώπησή τους στις μόνιμες και ειδικές επιτροπές του Ομοσπονδιακού Κοινοβουλίου είναι ανάλογη με τον αριθμό των εδρών που διαθέτει κάθε κοινοβουλευτική ομάδα. Στο πλαίσιο των επιτροπών λαμβάνει χώρα το κύριο κοινοβουλευτικό έργο. Εκεί διεξάγονται οι διαβουλεύσεις επί των νομοσχεδίων, κατατίθενται προτάσεις και ερωτήσεις.

Merkel Bundestag nach ESM Entscheidung

Το Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου (Bundestagspräsident) έχει το τρίτο τη τάξει αξίωμα του γερμανικού κράτους, μετά τον Ομοσπονδιακό πρόεδρο και τον Πρόεδρο του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου. Κατά κανόνα προέρχεται από την μεγαλύτερη κοινοβουλευτική ομάδα, εκπροσωπεί το κοινοβούλιο, διευθύνει τις κοινοβουλευτικές συζητήσεις και προστατεύει τα δικαιώματα της εθνικής αντιπροσωπείας.

Τα ομόσπονδα κρατίδια έχουν νομοθετικό ρόλο

Το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο είναι το όργανο συμμετοχής των 16 ομοσπόνδων κρατιδίων (Bundesländer) στο νομοθετικό έργο. Αποτελείται από τους 16 πρωθυπουργούς των ομοσπόνδων χωρών και έναν ή περισσότερους κρατιδιακούς υπουργούς, ανάλογα με τον πληθυσμό κάθε κρατιδίου. Το μικρό κρατίδιο της Βρέμης, επί παραδείγματι, διαθέτει τρεις ψήφους, ενώ η Βαυαρία εκπροσωπείται με έξι μέλη στο Ομοσπονδιακό Συμβούλιο.

Ένα νομοσχέδιο πριν τεθεί σε ισχύ περνά από συγκεκριμένες διαδικασίες. Το Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο, το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο και η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση καταθέτουν προτάσεις νόμων, οι οποίες συζητούνται στις κοινοβουλευτικές επιτροπές και κατατίθενται προς ψήφιση. Θεωρητικά, σε κάθε ψηφοφορία ισχύει η αρχή ότι οι βουλευτές ψηφίζουν «ελεύθερα και κατά συνείδηση». Συνήθως ωστόσο οι βουλευτές συμπεριφέρονται στις ψηφοφορίες ανάλογα με τη «γραμμή» που έχει χαράξει η κοινοβουλευτική ομάδα προκειμένου να μη διασαλευτεί η ενότητα του κόμματος. Πρόκειται για την «πειθαρχία στην κοινοβουλευτική ομάδα» (Fraktionsdisziplin), η οποία ωστόσο δεν θα πρέπει να συγχέεται με τον «καταναγκασμό της κοινοβουλευτική ομάδας» (Fraktionszwang), που στερεί από τους βουλευτές το δικαίωμα της κατά βούληση συμπεριφοράς στις ψηφοφορίες και ο οποίος είναι ανεπίτρεπτος.

Υπάρχουν νόμοι που απαιτούν τη συναίνεση των κρατιδίων

Bundesrat zu Meldegesetz - 900. Sitzung Bundesrat

To Oμοσπονδιακό Συμβούλιο

Μετά την ψήφιση στο Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο τα νομοσχέδια κατατίθενται στο Ομοσπονδιακό Συμβούλιο. Στο πλαίσιο της νομοθετικής διαδικασίας γίνεται διάκριση μεταξύ νόμων που αναπέμπονται «κατόπιν αντίρρησης» του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου στο κοινοβούλιο (Einspruchsgesetze) και νόμων, για την έκδοση των οποίων είναι υποχρεωτική η σύμφωνη γνώμη του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου (Zustimmungsgesetze). Υποχρεωτική είναι η συναίνεση του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου όταν πρόκειται να εκδοθούν νόμοι, που καλούνται να εφαρμόσουν ή μετέχουν στη χρηματοδότησή της εφαρμογής τα ομόσπονδα κρατίδια. Το ίδιο ισχύει και για την τροποποίηση άρθρων του Συντάγματος. Όσον αφορά την τελευταία αυτή κατηγορία, σε περίπτωση διαφωνίας του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου, το υπό ψήφιση νομοσχέδιο παραπέμπεται στη Διαμεσολαβητική Επιτροπή (Vermittlungsausschuss), την οποία απαρτίζουν 16 βουλευτές του Ομοσπονδιακού Κοινοβουλίου και 16 εκπρόσωποι του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου. Στόχος της διαμεσολάβησης είναι η επίτευξη συμβιβασμού, ο οποίος θα πρέπει να εγκριθεί στη συνέχεια από το Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο.

Τα υπόλοιπα νομοσχέδια ανήκουν στην κατηγορία των «νόμων που αναπέμπονται κατόπιν αντίρρησης». Το Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο μπορεί με απλή πλειοψηφία να απορρίψει τις ενστάσεις του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου. Προκειμένου να τεθεί σε ισχύ ο νόμος που ψηφίστηκε θα πρέπει να υπογραφεί από τον αρμόδιο υπουργό, τον καγκελάριο και τον Ομοσπονδιακό πρόεδρο.