1. Inhalt
  2. Navigation
  3. Weitere Inhalte
  4. Metanavigation
  5. Suche
  6. Choose from 30 Languages

Κοινωνία & Πολιτισμός

Τα καμάκια στη ...Μπερλινάλε

Ένα ντοκυμανταίρ του Ελληνοσύρου Γιασίν Τσαλάχ για τα ...καμάκια συμμετέχει φέτος στην περίφημη «Μπερλινάλε» - στο παράλληλο πρόγραμμα «Προοπτική του γερμανικού κινηματογράφου», το οποίο παρουσιάζει νέους σκηνοθέτες.

default

«Τα Καμάκια – Οι ήρωες των νησιών » λέγεται το ντοκιμαντέρ, στο οποίο ο Τσαλάχ παρουσιάζει τους βετεράνους αυτού του «φαινομένου» , που έχει αφήσει εποχή στην ιστορία του ελληνικού τουρισμού. Στην ταινία παρελαύνουν «καμάκια» - παλαίμαχοι από τις δεκαετίες του ΄60 και του ΄70, τις απαρχές δηλαδή του μαζικού τουρισμού στην Ελλάδα.

Ένας βετεράνος του είδους από τη Ρόδο αναπολεί: «Σε τρεις μήνες γνώρισα 45 γυναίκες. Άμα ήθελα θα ήταν και 100. Αλλά δεν είχα χρόνο γιατί ήθελα και λίγο love story, κατάλαβες; Είχε πολλές γυναίκες τότε.»

Τότε η τουρίστρια δεν ερχόταν στην Ελλάδα για τον αρχαίο πολιτισμό της, απλώς αναζητούσε ήλιο, θάλασσα και – γιατί όχι; – σεξ. Την εποχή εκείνη η «παρθενία» ήταν ακόμη σημαντική και οι Ελληνίδες δεν ήθελαν να γνωρίσουν τον ελεύθερο έρωτα και τις και προγαμιαίες σχέσεις. Αντιθέτως, ο Έλληνας που δεν δεσμευόταν από ανάλογους περιορισμούς, έγινε εύκολη λεία της ερωτικής επιθυμίας των τουριστριών.

Ο φουστανελοφόρος κούκλος και τα καμάκια

Jasin Challach

Ο Ελληνοσύρος σκηνοθέτης Γιασίν Τσαλάχ εμπνεύστηκε την ταινία από τις διακοπές του στην Ελλάδα.

Ένα από τα παραδείγματα που παρουσιάζει το ντοκιμαντέρ είναι ο Μάρκος ο βοσκός, εβδομηντάρης σήμερα και άλλοτε ένα από τα μεγαλύτερα καμάκια της εποχής του: «Απ΄ τις έξι η ώρα το βράδυ ως τα μεσάνυχτα γινόταν μόνο αυτό: ανεβαίναν, κατεβαίναν, ανεβαίναν, κατεβαίναν», θυμάται.

Τα «καμάκια» είναι αθυρόστομα και μιλάνε ανοιχτά για τα ερωτικά τους ανδραγαθήματα στον σκηνοθέτη ή μάλλον όχι απευθείας στον σκηνοθέτη, αλλά σε έναν κούκλο με μακριά μουστάκια, ντυμένο με φουστανέλα, τον οποίο «κινεί» ο Γιασίν Τσαλάχ. Επινόησε αυτήν τη φιγούρα πριν από χρόνια. Το όνομα του κούκλου είναι Κώστας Ραπαδόπουλος.

«Βγήκε από την πρώτη ταινία που έκανα», εξηγεί ο σκηνοθέτης, «ήταν με κούκλες-κουνέλια. Στο μεταξύ όμως ανέπτυξα τον χαρακτήρα περισσότερο. Σήμερα ο Κώστας Ραπαδόπουλος είναι ντοκιμαντερίστας, έχει και δική του ζωντανή εκπομπή, μιλάει με κόσμο. Είναι δηλαδή μια φιγούρα που κάνει πολλά πράγματα».

Φαίνεται πως αυτή η φιγούρα έκανε τα πρώην καμάκια να μιλήσουν πιο άνετα για την εποχή τους ως Greek Lovers, γιατί όπως λέει ο σκηνοθέτης «δεν μιλούσαν με μένα, μιλούσαν με τον κούκλο. Νομίζω ότι έκαναν πλάκα μαζί του και τελικά ανοίχτηκαν περισσότερο απ΄ ότι θα ανοίγονταν, εάν μιλούσαν με έναν άνθρωπο».

Έτσι σε μια συζήτηση του κούκλου ‘Κώστα Ραπαδόπουλου’ το «καμάκι» υποστηρίζει στην αρχή πως οι τουρίστριες συνέβαλαν στη χειραφέτηση του Έλληνα άνδρα. Στη συνέχεια όμως παραδέχθηκε ότι τα καμάκια μπορεί να ήταν τελικά και θύματα της σεξουαλικής πείνας των τουριστριών.

Ο Γιασίν Τσαλάχ ανακαλύπτει τα «καμάκια»

Puppenfigur Kostas Rapadopoulos

Στην ταινία πρωταγωνιστεί ένας ...κούκλος με φουστανέλα.

Το ενδιαφέρον του Γιασίν Τσαλάχ για τα «καμάκια» προέκυψε από συζητήσεις που άκουγε όταν έκανε διακοπές με την οικογένειά του στην Καβάλα, απ΄ όπου κατάγεται η μητέρα του.

Το ότι τα παλαίμαχα «καμάκια» μιλούσαν όλο υπονοούμενα και νοσταλγία για τις «ξανθιές» του κίνησε το ενδιαφέρον. Ολοκληρώνοντας τις σπουδές του στη σκηνοθεσία στη Σχολή Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου της Κολωνίας επέλεξε τα «καμάκια» ως θέμα της διπλωματικής του εργασίας.

Γιατί όμως οι υπεύθυνοι της Μπερλινάλε επέλεξαν αυτήν την ταινία;

Η Λίντα Σέφκερ, διευθύντρια του παράλληλου προγράμματος «Προοπτική του Γερμανικού Κινηματογράφου», υπογραμμίζει πως υπάρχουν χαρακτηριστικά στοιχεία, τα οποία προσδίδουν στο ντοκιμαντέρ του Γιασίν Τσαλάχ μια ιδιαιτερότητα: «Στα δέκα χρόνια που υπάρχει το πρόγραμμά μας, ποτέ δεν πρωταγωνίστησε μία κούκλα. Και εδώ η κούκλα όχι μόνο πρωταγωνιστεί, αλλά και ταξιδεύει εκτός συνόρων. Άλλωστε είναι λίγες οι ταινίες που τολμούν να έχουν σαν θέμα υπόθεση που διαδραματίζεται στο εξωτερικό, στην προκειμένη περίπτωση στην Ελλάδα.»

Παναγιώτης Κουπαράνης, Βερολίνο

Υπεύθ. ύνταξης Γιάννης Παπαδημητρίου