1. Inhalt
  2. Navigation
  3. Weitere Inhalte
  4. Metanavigation
  5. Suche
  6. Choose from 30 Languages

Πολιτική

Στα χέρια άγνωστου πλειοδότη το αρχείο Λεβίδη

Το ελληνικό δημόσιο δεν πήρε τελικά το «αρχείο Λεβίδη» με τα 120 αυθεντικά ντοκουμέντα από την εποχή της επανάστασης του 21. Το αρχείο Λεβίδη πέρασε στα χέρια άγνωστου πλειοδότη που προσέφερε 105.000€ στη δημοπρασία της Τρίτης 08.05. στον εξειδικευμένο οίκο Hermann Historica στο Μόναχο.

Στο Μόναχο χάθηκε η μάχη για το ιστορικό αρχείο Λεβίδη.

Στο Μόναχο χάθηκε η μάχη για το ιστορικό αρχείο Λεβίδη.

Το ποσό κρίθηκε τελικά υπερβολικό από την αντιπροσωπεία του υπουργείου Παιδείας που έφτασε μέχρι τις 100.000€ αλλά έκρινε ότι δεν μπορεί να δώσει περισσότερα για τα συγκεκριμένα έγγραφα το περιεχόμενο των οποίων σε μεγάλο μέρος είναι γνωστό.

Φανερά απογοητευμένη εγκατέλειψε την αίθουσα του οίκου Hermann Historica στο Μόναχο η αντιπροσωπεία του υπουργείου Παιδείας. Η Ευγενία Κεφαλληναίου, Ειδική Γραμματέα Βιβλιοθηκών και Αρχείων και τη Βάσω Ψιμούλη, αναπληρώτρια διευθύντρια των Γενικών Αρχείων του Κράτους, συνοδευόμενες από τη Γενική Πρόξενο του Μονάχου Άννα Κόρκα πήγαν με την απόφαση να πάρουν το αρχείο των 120 ντοκουμέντων με τις χειρόγραφες επιστολές, δύο ελληνικές εφημερίδες και τέσσερα χειρόγραφα στην τουρκική γλώσσα. Φάνηκε όμως να αιφνιδιάστηκαν από την επιμονή του τελικού πλειοδότη.

«Είναι δυσάρεστη εξέλιξη», είπε η κ. Κεφαλληναίου στο μικρόφωνο της Ντόιτσε Βέλε, «διότι δεν μπορέσαμε να πάρουμε αυτά τα έγγραφα, για τα οποία ήρθε μια αντιπροσωπεία από την Ελλάδα, έχοντας ερευνήσει σε βάθος και έκταση το θέμα και γνωρίζοντας περίπου την αξία αυτών των πραγμάτων. Ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια που είχαμε εμείς, ήταν θα λέγαμε αθέμιτος ανταγωνισμός. Κάποιοι ήθελαν να τα πάρουν πάση θυσία. Βέβαια κι εμείς τα θέλαμε γιατί είναι η πολιτιστική μας κληρονομιά, αλλά ξέραμε ότι και στα όρια που έφτασε των 105.000 ήταν μία υπερβολική τιμή διότι αν προσθέσουμε και το 23% που είναι η αμοιβή του οίκου δημοπράτησης έφτανε τις 125 –126.000 € ποσό υπερβολικό για την αξία αυτού του αρχείου» κατέληξε η κ. Κεφαλληναίου.

H αντιπροσωπεία του υπουργείου δεν ήταν αποφασισμένη να δώσει τη μάχη μέχρις εσχάτων, καθώς θεωρούσε ότι ακόμη και η τιμή εκκίνησης, που είχε οριστεί στα 20.000€, ήταν «υπερβολική». Και δεν άντεξε στη δυναμική του ανταγωνισμού που ήταν πολύ σκληρός και ξεκίνησε με γραπτή προσφορά 22.000€ από τον τελικό ιδιοκτήτη. Το αρχείο «χτυπήθηκε» μόνο από την αντιπροσωπεία του υπουργείου Παιδείας και τον άγνωστο πλειοδότη. Και η κ. Κεφαλληναίου θεωρεί ότι εξαντλήθηκε κάθε όριο. «Ναι, θα έλεγα ότι ξεπεράσαμε και τον εαυτό μας, ως αντιπροσωπεία που ήμασταν εδώ», λέει η κ. Κεφαλληναίου.

Υποβαθμίζεται η επιστημονική αξία του αρχείου με την επισήμανση ότι η ιστορική πληροφορία του έχει δοθεί με άλλους τρόπους. Σύμφωνα με την κ. Κεφαλληναίου, παραπάνω από τα μισά, περίπου 70 έγγραφα, έχουν μεταγραφεί και βρίσκονται στα αρχεία του φιλολογικού συλλόγου «Παρνασσός», ενώ το λεγόμενο «ημερολόγιο του Μάγιερ» για την πολιορκία του Μεσολογγίου ήταν αυτό που είχε εκδώσει ο Γεώργιος Δροσίνης το 1926 και επανεκδόθηκε άλλες δύο φορές το 1957 και το 2002 ως «σταχυολόγηση» από την εφημερίδα «Ελληνικά Χρονικά», εκδότης της οποίας ήταν ο Ελβετός φιλέλληνας Ιωάννης Ιάκωβος Μάγερ, λέει η αναπληρώτρια διευθύντρια των Γενικών Αρχείων του Κράτους Βάσω Ψιμούλη, σημειώνοντας όμως ότι πρόκειται για μία αυθεντική πρωτογενή πηγή: «Εμείς τα διεκδικούμε, γιατί είμαστε από το νόμο η μόνη αρμόδια υπηρεσία για τη διάσωση, φύλαξη και παροχή στην έρευνα του αρχειακού υλικού. Δεν μπορούσαμε να μη συμμετάσχουμε και να μην πάρουμε και αυτή τη συλλογή, παρόλο που εμείς έχουμε δεκάδες εγγράφων με την υπογραφή του Λεβίδη ή απευθυνόμενα στο Λεβίδη από την ίδια περίοδο. Δεν προσθέτει μια νέα οπτική γωνία στη διαπραγμάτευση των γεγονότων της περιόδου, ούτε ανοίγει νέους δρόμους στην ιστορική έρευνα, εμείς όμως ως Γενικά Αρχεία του Κράτους οφείλουμε να τα διεκδικήσουμε, να τα πάρουμε για να συμπληρώσουμε τις συλλογές μας. Με αυτή την έννοια έχει μεγάλη σημασία για μας. Μεγάλο μέρος είναι δημοσιευμένα που σημαίνει ότι η πληροφορία έχει παρασχεθεί. Βέβαια εξακολουθεί και μένει το γνήσιο, το αυθεντικό έγγραφο που έχει και αυτό την αξία του».

Αφού όμως η ιστορική πληροφορία έχει παρασχεθεί, ποιοί άλλοι λόγοι μένουν για τον άγνωστο πλειοδότη; Ίσως οι συναισθηματικοί λόγοι. Και βεβαίως το ανοιχτό ερώτημα, πώς τελικά αποτιμάται η αξία τεκμηρίων της πολιτιστικής κληρονομιάς.

Ρεπορτάζ: Γιώργος Παππάς

Ηχητικό και οπτικό υλικό για το θέμα