1. Inhalt
  2. Navigation
  3. Weitere Inhalte
  4. Metanavigation
  5. Suche
  6. Choose from 30 Languages

Οικονομία

«Πόσες Ελλάδες αντέχει το Ευρώ;»

Τι θα γίνει αν και άλλες χώρες - μέλη της ΟΝΕ αντιμετωπίσουν παρόμοια προβλήματα με εκείνα της Ελλάδας; «Πόσες Ελλάδες αντέχει το Ευρώ;» ήταν θέμα συζήτησης χθες στον πιο παλιό οικονομικό φορέα του Βερολίνου.

default

"Πόσες Ελλάδες αντέχει το ευρώ"; - συζήτηση στο Βερολίνο

200 Γερμανοί επιχειρηματίες παρευρέθηκαν χθες στους χώρους του "Συλλόγου Βερολινέζων Εμπόρων και Βιομηχάνων", του πιο παλιού οικονομικού φορέα του Βερολίνου (1879), σε συζήτηση για τις επιπτώσεις της ελληνικής κρίσης στην ευρωζώνη, παρά τον ποδοσφαιρικό αγώνα Μπάγερν - Μάντσεστερ και τις πασχαλινές διακοπές.

Και δεν απογοητεύθηκαν, καθώς οι ομιλητές στο πάνελ εξέθεσαν τις απόψεις τους χωρίς περιστροφές.

Κοινή ήταν η διαπίστωση ότι η περίπτωση της Ελλάδας αποτελεί ‘πρότυπο’ για το πως θα χειριστεί μελλοντικά η ΕΕ και η ευρωζώνη ανάλογες κρίσεις.

Γι’ αυτό ακριβώς το ζητούμενο δεν ήταν τόσο η Ελλάδα αυτή καθ’ αυτή, αλλά η πολιτική που τελικά θα επικρατήσει, όπως υποστήριξε ο σοσιαλδημοκράτης Τίλο Σαρατσίν, μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Γερμανικής Κεντρικής Τράπεζας (ΓΚΤ). Αν δηλαδή θα έχει ως στόχο τη σταθερότητα της ευρωζώνης και την ευθύνη του κάθε κράτους-μέλους για την οικονομία του ή όχι.

Όσον αφορά την Ελλάδα ο Γερμανός πολιτικός Σαρατσίν υπέδειξε ως κατάλληλη την πολιτική που ακολούθησε ο ίδιος την εφταετία που ήταν υπουργός Οικονομικών στο κρατίδιο του Βερολίνου. Τότε είχε να αντιμετωπίσει ακριβώς τα ίδια προβλήματα που έχει σήμερα η Ελλάδα: γύρω στο 30% λιγότερα έσοδα στον προϋπολογισμό.

Thilo Sarrazin Bundesbank Vorstand Deutsche Bundesbank

Τίλο Σάρατσιν, μέλος του ΔΣ της Bundesbank

Ο κ. Σαρατσίν είπε ότι η Ελλάδα ως κυρίαρχο κράτος βρίσκεται σε πλεονεκτικότερη θέση από ό,τι βρισκόταν τότε το Βερολίνο, διότι «μπορεί να ανεβάσει τους φόρους και να μειώσει τις κρατικές της δαπάνες. Αυτό σημαίνει ότι εάν δεν τα καταφέρει η ελληνική κυβέρνηση, τότε θα οφείλεται, είτε στους φόβους της για το πολιτικό κόστος μιας τέτοιας πολιτικής, είτε στην αδυναμία της να πείσει την πλειοψηφία.»

Και ο Γερμανός πολιτικός κατέληξε «οι Έλληνες έχουν αντέξει 500 χρόνια τουρκοκρατίας, τη βαυαροκρατία, τις κρατικές πτωχεύσεις, το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και τον εμφύλιο. Πιστεύω ότι θα αντέξουν και τα πρόσφατα μέτρα λιτότητας, εάν αντιληφθούν ότι είναι αναπόφευκτα.»

Λιγότερα αισιόδοξος για τη δυνατότητα της Ελλάδας να ξεπεράσει την κρίση ήταν ο οικονομολόγος Γιόαχιμ Σταρμπάτι από το Πανεπιστήμιο του Tübingen. Όπως υποστήριξε για να γίνουν ξανά ανταγωνιστικοί οι Έλληνες, θα πρέπει να κάνουν αυτό που προτείνει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο σε κάθε χώρα με παρόμοια προβλήματα: να υποτιμήσουν το νόμισμά τους, στην προκειμένη περίπτωση κατά 40%.

Εφ’ όσον όμως η Ελλάδα ανήκει στην ευρωζώνη δεν μπορεί να το κάνει, τόνισε ο κ. Σταρμπάτι. Για αυτό πρότεινε ως διέξοδο από την κρίση την προσωρινή έξοδο της χώρας από την ΟΝΕ.

Διαφορετικά, ο Γερμανός οικονομολόγος εκτιμά ότι η Ελλάδα κινδυνεύει να ακολουθήσει το δρόμο της Γερμανίας στις αρχές του '30, όταν πρωθυπουργός ήταν ο σοσιαλδημοκράτης Χάινριχ Μπρίνιγκ που «επεδίωξε με ένα πρόγραμμα λιτότητας να κερδίσει διεθνή αναγνώριση. Οι συνέπειες για τη Γερμανία ήταν η αύξηση της ανεργίας και η άνοδος των πολιτικών εξτρεμιστών. Για τους Έλληνες θα ήταν σοφό, εάν εγκατέλειπαν την ευρωζώνη. Διότι δεν κανένα νόημα να πληρώνουν επιτόκια ύψους 6,5% για τα ομόλογά τους, αφού δεν μπορούν να τα αποπληρώσουν.»

Joachim Starbatty

Γιόαχιμ Σταρμπάτι, οικονομολόγος στο Πανεπιστήμιο της Τυβίγγης

Σε περίπτωση που η Ελλάδα βγει από την ευρωζώνη και κηρύξει πτώχευση, τότε θα συμβεί αυτό που συνέβη π.χ. και με την Αργεντινή, υποστήριξε ο κ. Σταρμπάτι, δηλαδή, οι δανειστές της θα πρέπει να παραιτηθούν από ένα μέρος των επιτοκίων τους.

Αντίθετος σε κάθε βοήθεια της ΕΕ προς την Ελλάδα ήταν και ο τρίτος ομιλητής Hans Barbier, πρόεδρος του ιδρύματος Λούντβιγκ Έρχαρντ, ο οποίος τόνισε, ότι κάτι τέτοιο όχι μόνον δεν προβλέπεται στις συμφωνίες της ΟΝΕ, αλλά επιπλέον θα λειτουργήσει και αντιπαραγωγικά ως προς τη σταθερότητα του ευρώ.

Το ίδιο αρνητικά αντιμετώπισε ο κ. Barbier τη σύσταση ενός Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου. Σύμφωνα με τον κ. Barbier πολλοί πολιτικοί θέλουν την ίδρυση ενός τέτοιου ταμείου «επειδή θα μπορούν να επηρεάζουν τη δραστηριότητά του, κάτι που δεν είναι σε θέση να κάνουν με το ΔΝΤ. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το ΔΝΤ δεν κάνει συμβιβασμούς και λάθη.»

Σε περίπτωση ίδρυσης ενός Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου τα κράτη - μέλη της ΕΕ θα είχαν τη δυνατότητα άμεσης παρέμβασης μέσω των μελών του διοικητικού συμβουλίου, που θα διόριζαν, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).

Παναγιώτης Κουπαράνης, Βερολίνο

Υπεύθ. σύνταξης: Βιβή Παπαναγιώτου