1. Inhalt
  2. Navigation
  3. Weitere Inhalte
  4. Metanavigation
  5. Suche
  6. Choose from 30 Languages

Κοινωνία & Πολιτισμός

Ο Νώντας Λαδάς από το ρεμπέτικο συγκρότημα «Τα Μουρμουράκια»

Πολλές φορές έχουμε φιλοξενήσει φιγούρες της ελληνικής παροικίας στη Γερμανία: πρωτοπόρους οδυσσείς της δεκαετίας του ’55 – ‘60, συνδικαλιστές, προσωπικότητες της ελληνικής και της γερμανικής τοπικής κοινωνίας.

Σήμερα θα παρουσιάσουμε έναν Έλληνα της τρίτης γενιάς: Πρόκειται για τον νεαρό μουσικό Νώντα Λαδά από την Κολωνία. Άρχισε στα εννιά του με κιθάρα. Η μουσική ήταν το παιγνίδι του, οι φίλοι του και το καταφύγιό του: «προτιμούσα να παίζω κιθάρα ή να ακούω μουσική, παρά να είμαι έξω με τα φιλαράκια. Με τη μουσική ξεπερνούσα και τα διάφορα προβλήματα. Τώρα σπουδάζω μουσική, σε λίγο τελειώνω και πρέπει να παίζω, είναι πια επάγγελμα και όχι χόμπι για να χαλαρώνω.»

Ο Νώντας δεν παίζει κανένα ρόλο στην τοπική ελληνική κοινωνία, αντίθετα ήταν ξεκομμένος απ’ αυτή, ζούσε μόνο την γερμανική πραγματικότητα. Τώρα είναι πια γνωστός στους Έλληνες της Γερμανίας από τον ρόλο του ‘Μιχάλη’ στην βραβευμένη ταινία μικρού μήκους της Αγγέλας Μυλωνάκη ‘Μπαχ και μπουζούκι’ και κυρίως από τη συμμετοχή του στο ρεμπέτικο συγκρότημα «Τα Μουρμουράκια».

Η σχέση του ωστόσο με το ρεμπέτικο δεν ξεκίνησε με την ταινία ‘Μπαχ και μπουζούκι’, αλλά από τα οικογενειακά γλέντια και τον καλλίφωνο πατέρα του, λάτρη του ρεμπέτικου και της ελληνικής οπερέτας: « Από τα πέντε μου ακούω ρεμπέτικο. Ειδικά από τότε που είδα το έργο του Φέρρη ‘Το ρεμπέτικο’ είχα στ’ αυτιά μου τους ελληνικούς δρόμους. Τον δρόμο σαμπάχ π.χ. από το ‘καίγομαι’ τον άκουγα και τον έπαιζα από μικρός» και συμπληρώνει στα γερμανικά «στην πραγματικότητα αυτή ήταν για μένα η σύνδεση με την ελληνική μουσική».

Είναι αλήθεια ότι μέσα από το φιλμ και την ρεμπέτικη μουσική που χρειάστηκε να παίξει, γνώρισε πολλούς Έλληνες, προχώρησε σε ένα είδος επαναπροσέγγισης της ελληνικής κοινωνίας στη Γερμανία και ανακάλυψε ξαφνικά ότι όλα αυτά δεν σηματοδοτούν μόνον μια μουσική πορεία, αλλά κυρίως μια πορεία συνειδητοποίησης της ταυτότητάς του ως Έλληνα της τρίτης γενιάς: «το φιλμ μου έδωσε κατά κάποιον τρόπο ξανά την ταυτότητά μου ή μάλλον μέσω της μουσικής και του ρόλου μου μεταλλάχθηκα σε Έλληνα. Έγινα περισσότερο Έλληνας από όσο πίστευα ότι είμαι. Και αυτό συνέβη διότι έπρεπε να εμβαθύνω στη ψυχοσύνθεση του προσώπου που υποδυόμουν για να τον αποδώσω. Και εκεί είδα πως μου έμοιαζε, ήταν και κάτι από μένα.»

Είναι κοινοτοπία, αλλά θα το πούμε: στη σκιαγράφηση του πορτρέτου του Έλληνα μουσικού φάνηκε ξεκάθαρα για άλλη μια φορά ο ρόλος που παίζουν η καταγωγή και τα βιώματα, οικογενειακά και προσωπικά. Ο Νώντας ξανάζησε στο φιλμ τον εαυτό του ή ένα κομμάτι από τον εαυτό του. Έκανε τα βήματα ψηλάφησης μιας ταυτότητας που ήταν εκεί, αλλά έμενε καταχωνιασμένη και μακρινή.