1. Inhalt
  2. Navigation
  3. Weitere Inhalte
  4. Metanavigation
  5. Suche
  6. Choose from 30 Languages

Επισκόπηση τύπου

«Οι Τούρκοι γνωρίζουν ότι δεν μπορούν να είναι σίγουροι για την ένταξή τους στην ΕΕ»

Η απόφαση των 25 υπουργών Εξωτερικών της ΕΕ για πάγωμα οκτώ κεφαλαίων των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Τουρκία και η αντίδραση του τούρκου πρωθυπουργού Ταγίπ Ερντογάν σχολιάζονται σήμερα από τον γερμανικό Τύπο.

default

Μεγάλη έκταση δίνεται επίσης στις ευρωπαϊκές εφημερίδες στην έμμεση παραδοχή του ισραηλινού πρωθυπουργού Ολμέρτ ότι η χώρα του διαθέτει πυρηνικά όπλα.

Η γερμανική εφημερίδα Frankfurter Rundschau, παρατηρεί: Η τουρκική κυβέρνηση εκφράζει τη δυσαρέσκειά της για την απόφαση των «25», όμως κατά βάθος χαίρεται.

Οι Τούρκοι δεν ξέσπασαν σε πανηγυρισμούς, αλλά και δεν εξοργίστηκαν. Μπορεί ο κ. Ερντογάν να επέκρινε την απόφαση των υπουργών Εξωτερικών της ΕΕ, χαρακτηρίζοντάς την «άδικη» και «σοβαρή δοκιμασία» των σχέσεων της χώρας του με την Ευρώπη, αλλά διευκρίνισε ότι η απόφαση αυτή δεν πρόκειται να επηρεάσει τον στόχο της ένταξης που έχει θέσει η Τουρκία. Οι επικριτικοί τόνοι συνιστούν συνήθη πρακτική. Η έκφραση της απογοήτευσης είναι καθιερωμένη υποχρέωση. Η Άγκυρα γνωρίζει ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να είχαν εξελιχθεί χειρότερα για αυτήν. Με την απόφαση των «25» η Τουρκία κέρδισε χρόνο για να πάρει ανάσες, παρατηρεί η εφημερίδα.

Στα μαλακά έπεσε τη Τουρκία με την απόφαση των υπουργών Εξωτερικών εκτιμά σε σχόλιο της και η Frankfurter Allgemeine Zeitung: Η τιμωρία που επέβαλαν στην Άγκυρα οι υπουργοί Εξωτερικών ήταν ήπια. Με την ομολογουμένως συμβολική μομφή σε βάρος της Άγκυρας, η κυβέρνηση Ερντογάν που κατηγορείται στην Τουρκία από την αντιπολίτευση και τον στρατό για υποχωρητικότητα έναντι της ΕΕ, δεν έχει ουσιαστικό πρόβλημα, εκτιμά η γερμανική εφημερίδα, προσθέτοντας σε άλλο σημείο του σχολίου: Οι Τούρκοι γνωρίζουν ότι δεν μπορούν να είναι σίγουροι για την ένταξή τους στην ΕΕ, ακόμη και εάν κάποια μέρα εκπληρώσουν τους όρους που θέτει η ένωση. Και αυτό γιατί η ΕΕ δεν έχει ακόμη διασαφηνίσει τη σχέση της με την υποψήφια αυτή χώρα.

Για τις πρόσφατες επίμαχες δηλώσεις του ισραηλινού πρωθυπουργού Έχουντ Ολμέρτ, η Frankfurter Allgemeine Zeitung αναφέρει: «Το Ισραήλ δεν επιθυμεί μία «εκτεταμένη» διάσκεψη για την Μέση Ανατολή, καθώς κάτι τέτοιο προϋποθέτει υποχωρήσεις και συμβιβασμούς που θα κοστίσουν στο Ισραήλ. Η επίσκεψη του Γερμανού Υπουργού Εξωτερικών στην Δαμασκό έδειξε εκτός των άλλων ότι η Συρία θεωρεί την θέση της στις διαπραγματεύσεις τόσο ισχυρή, που θα πουλούσε ακριβά οποιαδήποτε παραχώρηση. Πέραν τούτου, την συγκεκριμένη χρονική στιγμή είναι αδύνατη η διεξαγωγή συζητήσεων με τους Παλαιστίνιους χωρίς την συμμετοχή της Χαμάς. Με αυτά τα δεδομένα ο Ολμέρτ προτίμησε να αφήσει να εννοηθεί ότι το Ισραήλ έχει την δυνατότητα αυτόνομων στρατιωτικών δράσεων.»

Η γαλλική Le Monde σχολιάζει για το ίδιο θέμα: « Αυτό ήταν εδώ και δεκαετίες κοινό μυστικό: Το Ισραήλ αποτελεί μία πυρηνική δύναμη. Αλλά ήταν άγραφος κανόνας να μην μιλά κανείς για αυτό το ζήτημα. Η διεθνής κοινότητα προσπαθεί εδώ και τρία χρόνια να εμποδίσει το Ιράν να αξιοποιήσει το πυρηνικό του πρόγραμμα, προκειμένου να κατασκευάσει ατομικά όπλα. Υπάρχει ένα επιχείρημα από την εποχή του Ψυχρού πολέμου, που επανέρχεται στην επικαιρότητα. Η επικινδυνότητα μίας ατομικής βόμβας δεν εξαρτάται από την βόμβα καθαυτή, αλλά από την φύση του καθεστώτος που την διαθέτει. Μολονότι ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι παράλογος, είναι επιφανειακός. Ενισχύει την άποψη, ότι υπάρχουν δύο μέτρα και σταθμά, κάτι που οι χώρες αναπτυσσόμενων αγορών δεν μπορούν να ανεχθούν. Και καλύπτει το γεγονός ότι οι Αμερικάνοι, είναι οι μόνοι που έχουν χρησιμοποιήσει στο παρελθόν την ατομική βόμβα.