1. Inhalt
  2. Navigation
  3. Weitere Inhalte
  4. Metanavigation
  5. Suche
  6. Choose from 30 Languages

Οικονομία

Οι Ισπανοί πλουσιότεροι από τους Γερμανούς;

Μια έρευνα της Bundesbank έρχεται να σπάσει τα κλισέ: σύμφωνα με αυτή, οι πολίτες της Ισπανίας και της Ιταλίας της κρίσης, είναι σαφώς πιο εύποροι από τους Γερμανούς. Οι ειδικοί ωστόσο είναι επιφυλακτικοί

Immobilienbranche Immobilienbranche gerät ins Visier der Geldwäsche-Ermittler.

Immobilienbranche Geldwäsche Symbolbild

Σε αντίθεση με τους Νοτιοευρωπαίους, η απόκτηση ιδιόκτητου σπιτιού δεν φαίνεται να είναι όνειρο ζωής για την πλειονότητα των Γερμανών. Αυτό τουλάχιστον καταδεικνύουν τα στοιχεία έρευνας που δημοσιοποίησε πρόσφατα η γερμανική Bundesbank. Σύμφωνα με αυτά, μόλις το 44 % των Γερμανών έχει δικό του σπίτι ή διαμέρισμα. Στη Γαλλία το 58 % των πολιτών έχει ιδιόκτητο σπίτι, στην Ιταλία το 68 % ενώ στην Ισπανία το 83 %. Αυτός είναι ο βασικός λόγος που η συνολική περιουσία των γερμανικών νοικοκυριών είναι σαφώς μικρότερη από ότι σε Ισπανία και Ιταλία.

Σύμφωνα με την έρευνα της Bundesbank, η μέση περιουσία των Γερμανών κυμαίνεται στις 54.000 ευρώ, των Ιταλών στις 163.900 ευρώ ενώ των Ισπανών στις 178.300 ευρώ. Με 76.400 ευρώ η μέση περιουσία των Αυστριακών βρίσκεται πιο κοντά στα γερμανικά επίπεδα. Ο υπολογισμός έγινε στη βάση της λεγόμενης διαμέσου (median) που ορίζεται στην προκειμένη περίπτωση από την μέση τιμή μιας αντιπροσωπευτικής επιλογής της περιουσίας 40 εκατομμυρίων νοικοκυριών.

Μικρότερες οι περιουσίες

Symbolbild Cabrio

H μέση περιουσία των Γερμανών κυμαίνεται στις 54.000 ευρώ, των Ιταλών στις 163.900 ευρώ ενώ των Ισπανών στις 178.300 ευρώ.

Ακόμη κι αν υπολογιστεί ο μέσος όρος όμως, και όχι η μέση τιμή, η περιουσία των γερμανικών νοικοκυριών είναι σαφώς μικρότερη από ότι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ο μέσος όρος υπολογίζεται από το άθροισμα όλων των περιουσιακών στοιχείων των Γερμανών και τη διαίρεση, στη συνέχεια, με τον συνολικό αριθμό των γερμανικών νοικοκυριών. Σε αντίθεση με τη διάμεσο, ο μέσος όρος είναι πιο «ευάλωτος» σε παρερμηνείες, αφού οι τεράστιες περιουσίες λίγων Γερμανών εκτινάσσουν στα ύψη τον μέσο όρο. Ως εκ τούτου ο μέσος όρος είναι αρκετά υψηλότερος από τον median. Παρά ταύτα όμως, και ενώ ο μέσος όρος της περιουσίας των ισπανικών νοικοκυριών κυμαίνεται στις 285.800 ευρώ και των αυστριακών στις 265.000 ευρώ, ο μέσος όρος στη Γερμανία δεν ξεπερνά τις 195.200 ευρώ. Είναι λοιπόν οι Γερμανοί όντως φτωχότεροι από τους νότιους γείτονές τους;

Μια προσεκτικότερη ανάγνωση δείχνει τους πραγματικούς λόγους αυτής της εικόνας. Όπως εξηγεί ο Κρίστοφ Σρέντερ, από το Ινστιτούτο της Γερμανικής Οικονομίας στην Κολωνία, «αφενός έχουμε στη Γερμανία μια καλή αγορά μίσθωσης κατοικιών και ως εκ τούτου το ποσοστό της ιδιοκατοίκησης είναι χαμηλό. Αφετέρου διαθέτουμε ένα σχετικά καλό δίχτυ κοινωνικής προστασίας και έτσι δεν υπάρχουν ισχυρά κίνητρα αποταμίευσης για τα γηρατειά ή για την περίπτωση που μείνει κανείς άνεργος».

Κριτική στη μεθοδολογία

Symbolbild Reichtum in Deutschland

Ακόμη κι αν υπολογιστεί ο μέσος όρος, η περιουσία των γερμανικών νοικοκυριών είναι σαφώς μικρότερη από ότι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Το Ινστιτούτο της Γερμανικής Οικονομίας επικρίνει όμως την ίδια ώρα τη μεθοδολογία που ακολουθήθηκε. Η έρευνα της Bundesbank υπολόγισε τη μέση περιουσία των γερμανικών νοικοκυριών. Το πρόβλημα εδώ έγκειται στο γεγονός ότι με 2 άτομα, τα νοικοκυριά της Γερμανίας είναι σαφώς μικρότερα σε σύγκριση, για παράδειγμα, με τα ισπανικά, που μετράνε 2,7 άτομα. Αυτό σημαίνει ότι η περιουσία των νοικοκυριών στην Ισπανία μοιράζεται σε περισσότερα άτομα.

Επιπλέον, όπως επισημαίνει το Ινστιτούτο, η σύγκριση είναι μάλλον άνιση. Τα στατιστικά στοιχεία στηρίζονται σε έρευνα που πραγματοποίησαν οι εθνικές τράπεζες των ευρωπαϊκών χωρών. Ενώ λοιπόν τα στατιστικά στοιχεία της Γερμανίας είναι σχετικά πρόσφατα, από το 2010, τα αντίστοιχα ισπανικά είναι από το 2008, τη χρονιά που έσκασε η φούσκα των ακινήτων. Αυτή όμως δεν ελήφθη υπόψη στην έρευνα, με αποτέλεσμα να καταγράφονται σήμερα περιουσίες, που πλέον δεν υπάρχουν.

Stephanie Höppner / Κώστας Συμεωνίδης

Υπεύθ. σύνταξης: Σταμάτης Ασημένιος