1. Inhalt
  2. Navigation
  3. Weitere Inhalte
  4. Metanavigation
  5. Suche
  6. Choose from 30 Languages

Κοινωνία & Πολιτισμός

Οι Γερμανοί σκηνοθέτες προδίδουν τον Αισχύλο και εμμένουν στο κακό

Μια σειρά σκηνοθεσιών της Ορέστειας αυτή τη σαιζόν στα γερμανικά θέατρα δείχνει ότι οι σκηνοθέτες ερεθίζονται από την τριλογία του Αισχύλου, αλλά ακυρώνουν τη λύση του δράματος και την έλευση του καλού. Γιατί άραγε;

default

Γουΐλιαμ Άντολφ Μπουγκερό (1825-1905) - Οι τύψεις του Ορέστη

Την ξέρουμε όλοι λίγο πολύ την Ορέστεια του Αισχύλου, την τριλογία εκείνη που ξεκινά με το δράμα της οικογένειας των Ατρειδών, τις Ερινύες που καταδιώκουν την παλιά γενιά, τον φαύλο κύκλο της αδικίας, της εκδίκησης και της αντεκδίκησης. Όμως στο τέλος παρεμβαίνουν οι θεοί, ο Απόλλων και η Αθηνά, και κομίζουν στο ανθρώπινο γένος τη δικαιοσύνη. Ακόμα και τα χειρότερα εγκλήματα θα εκδικάζονται πια με κατηγόρους και υπεράσπιση. Αυτή είναι η λύση του δράματος, η έλευση του καλού, η μετάβαση από την προϊστορική αγριότητα στο κράτος δικαίου, είναι η στιγμή που οι Ερινύες γίνονται Ευμενίδες.

Γιατί δεν έρχεται η λύτρωση;

Η Ορέστεια ανέβηκε στο θέατρο για πρώτη φορά το 458 π.Χ. και εξακολουθεί να παίζεται δυόμισι χιλιάδες χρόνια μετά, στη Γερμανία για παράδειγμα αυτόν τον καιρό σε πολλές σκηνές ταυτόχρονα. Με ένα κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των παραστάσεων: αλλοιώνεται εντελώς η λύση του δράματος, η επέλαση του καλού ακυρώνεται, οι αιμοβόρες Ερινύες δεν μεταπλάθονται ποτέ σε Ευμενίδες. Στο Κρατικό Θέατρο της Καρλσρούης η Αθηνά εμφανίζεται σαν Αμερικανίδα αξιωματικός και ο Απόλλων σαν καταφερτζής δανδής και κάτι κανονίζουν σαν τους Αμερικανούς με την τρομοκρατία στο Ιράκ. Στο Άαχεν η Αθηνά είναι πρόεδρος ενός τηλεοπτικού δικαστηρίου, στη Φραγκφούρτη το δράμα καταλήγει με ένα τοκ-σόου, στο Ντίσελντορφ ο Απόλλων αίρεται με ξυλοπόδαρα πάνω από τον απλό λαό και η Αθηνά είναι μια εξωγήινη. Και στο Γερμανικό Θέατρο του Βερολίνου οι ήρωες κολυμπούν ως το τέλος μέσα στο αίμα τους. Πουθενά λύτρωση, πουθενά διέξοδος. Εξοργισμένος ο θεατρικός κριτικός της Frankfurter Allgemeine Zeitung επιρρίπτει στους σημερινούς σκηνοθέτες ότι είναι δέσμιοι μιας νέας σύμβασης, του να ανεβάζουν τα έργα αντισυμβατικά. Αφήνουν, γράφει, το κακό να ισχύει και το καλό τους φαίνεται κοροϊδία.

Γιατί δεν διαφαίνεται το καλό;

Να οφείλεται άραγε μόνο στα νέα δεσμά της αντισυμβατικότητας αυτή η προδοσία του Αισχύλου; Ή μήπως όλες αυτές οι σκηνοθεσίες χαρακτηρίζονται από μια ανακρίβεια μεν ως προς το πρωτότυπο, δηλωτική ωστόσο του σημερινού κόσμου που μας περιβάλλει; Οι σκηνοθέτες προδίδουν την Ορέστεια γιατί δεν αναγνωρίζουν στη σημερινή περιρρέουσα ατμόσφαιρα το επερχόμενο καλό, την πρόοδο, όπως την αναγνώριζε ο Αισχύλος στην εποχή του, εκείνο το πέρασμα από τον αριστοκρατικό αυταρχισμό στη δημοκρατία. Και σήμερα; Όλοι αυτοί οι πολυαίμακτοι πόλεμοι που επονομάζονται ειρηνευτικές και αθώες εκστρατείες, όλος αυτός ο προωθημένος εξανδραποδισμός του ανθρώπου με τη διόγκωση του κατανάλωσης και την περιστολή της σκέψης, όλη αυτή η ηθική σκλήρυνση και η κοινωνική αδιαφορία, πού να αναζητήσουν και να βρουν οι καλλιτέχνες στις πλούσιες κατά τα άλλα δημοκρατίες του δυτικού ημισφαιρίου το καλό, πώς να οραματιστούν χωρίς ερείσματα στην πραγματικότητα τη λύτρωση και κατά συνέπεια να την ανεβάσουν πανηγυρικά στη σκηνή; Υπάρχει πολύ έρεβος γύρω μας σήμερα και οι Ερινύες ανθίστανται, δεν μεταπλάθονται σε Ευμενίδες. Όχι όμως μόνον επί σκηνής.