1. Inhalt
  2. Navigation
  3. Weitere Inhalte
  4. Metanavigation
  5. Suche
  6. Choose from 30 Languages

Κατανοώντας την Ευρώπη

Οι άχρωμοι επικεφαλής της ΕΕ

Ο Βέλγος Χέρμαν φαν Ρομπέι και η Βρετανίδα Κάθριν Άστον ανέλαβαν κρίσιμες θέσεις σε μία δύσκολη εποχή για την ΕΕ. Ωστόσο δύο χρόνια μετά την ανάδειξή τους, η δημοτικότητά τους παραμένει χαμηλή.

Περί τα τέλη του 2009 οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης διόρισαν σε δύο νεοσύστατες ηγετικές θέσεις, δύο άγνωστα μέχρι τότε πολιτικά πρόσωπα στο ευρύ κοινό: τον Βέλγο Χέρμαν φαν Ρομπέι στη θέση του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και την Βρετανίδα Κάθριν Άστον στη θέση της Ύπατης Εκπροσώπου σε Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας.

Η αρχική σύλληψη πίσω από τη δημιουργία των δύο αυτών κορυφαίων θέσεων ήταν να ενισχυθεί η ιδέα της κοινής κατεύθυνσης των κρατών-μελών σε θέματα ευρωπαϊκής πολιτικής διαχείρισης και εξωτερικών υποθέσεων. Δύο χρόνια μετά, παρά τις αυξημένες απαιτήσεις των καιρών, οι δύο θεσμοί δείχνουν, αν όχι αναποτελεσματικοί, αδύναμοι και με αμφιλεγόμενη δημοκρατική νομιμοποίηση.

Ένας Βέλγος στο τιμόνι των διαβουλεύσεων;

O Χέρμαν φαν Ρομπέι με τον Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο στις Βρυξέλλες

O Χέρμαν φαν Ρομπέι με τον Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο στις Βρυξέλλες

Σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λισαβόνας, ο θεσμός του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου έχει ως στόχο να προσδώσει στην ΕΕ πολιτική συνοχή. Μέχρι το 2009, στην προεδρία εναλλάσσονταν οι αρχηγοί κρατών ή κυβερνήσεων των κρατών-μελών. Την περίοδο εκείνη ανάμεσα στους πολιτικούς που θεωρούνταν επικρατέστεροι για την ανάληψη της θέσης, βρισκόταν και ο πρώην πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας Τόνι Μπλερ. Τελικά επελέγη ένας λιγότερο «χρωματισμένος» πολιτικά υποψήφιος, ο μετριοπαθής πρώην πρωθυπουργός του Βελγίου Χέρμαν φαν Ρομπέι, προκαλώντας έκπληξη. Η κριτική απέναντι στην επιλογή τον φαν Ρομπέι ήταν εξαρχής δριμεία. Ο Βρετανός ευρωβουλευτής και επικεφαλής των ευρωσκεπτικιστών Νίγκελ Φάρατζ τον είχε παραλληλίσει με «έναν μικρόσωμο τραπεζικό υπάλληλο».

Εντούτοις ο φαν Ρομπέι ήρθε στο ευρωπαϊκό προσκήνιο με την αυγή της κρίσης στην ευρωζώνη, όταν η πολιτική συνοχή και συναίνεση σε ευρωπαϊκό επίπεδο άρχισε απότομα να κλυδωνίζεται. Ο ρόλος του στις διαπραγματεύσεις για την αντιμετώπιση της κρίσης χρέους κρίθηκε αναγκαίος αλλά και επιτυχημένος, προκειμένου να διασφαλίζει ευαίσθητες πολιτικές ισορροπίες μεταξύ ευρωπαϊκού βορρά και νότου, ειδικότερα δε μεταξύ των συμφερόντων της Γερμανίας και των κατάκοπων από την κρίση μεσογειακών χωρών.

Η σιωπηλή κυρία Άστον

«Δεν γνωρίζουμε πού ακριβώς βρίσκεται, αλλά σίγουρα κάνει τη δουλειά της»

«Δεν γνωρίζουμε πού ακριβώς βρίσκεται, αλλά σίγουρα κάνει τη δουλειά της»

Και η ανάδειξη της Κάθριν Άστον στη θέση της Εκπροσώπου Εξωτερικών Υποθέσεων ήρθε απρόσμενα. Μία γυναίκα από το εργατικό κόμμα της ευρωφοβικής Βρετανίας κλήθηκε να αναλάβει μία υψηλόβαθμη θέση, εμπνευσμένη από την αντίστοιχη θέση της Αμερικανίδας υπ. Εξωτερικών Χίλαρι Κλίντον. Η έλλειψη πολιτικής εμπειρίας σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής καθώς και η μη γνώση ξένων γλωσσών εκτός της αγγλικής, αποτέλεσαν δύο σημεία τα οποία εξαρχής προβλημάτισαν τους ευρωπαίους εταίρους σχετικά με τον διορισμό της κ. Άστον.

Η σκιαγράφηση ενός κοινού πλαισίου εξωτερικής πολιτικής για όλα τα κράτη-μέλη φαντάζει δύσκολη αν όχι ουτοπική. Έτσι μέχρι σήμερα η παρουσία της Κάθριν Άστον είναι μάλλον συμβολική και ελάχιστα ουσιαστική αφού συχνά οι ανακοινώσεις μοιάζουν κοινότοπες και ελάχιστα παρεμβατικές. Οι σχέσεις της ΕΕ με τις ΗΠΑ, τον αραβικό κόσμο, την Κίνα και τη Ρωσία, οι θέσεις για την κατάσταση στη Μέση Ανατολή και τη Συρία, αποτελούν κομβικά σημεία για την κατάστρωση μίας κοινής γραμμής στην εξωτερική πολιτική των κρατών-μελών. Ωστόσο ο θεσμός της Ύπατης Εκπροσώπου Εξωτερικών Υποθέσεων παραμένει ακόμη στο παρασκήνιο. Χαρακτηριστική είναι η απάντηση του εκπροσώπου τύπου της Κομισιόν στην ερώτηση: «Πού είναι η κ. Άστον;». «Δεν γνωρίζουμε πού ακριβώς βρίσκεται, αλλά σίγουρα κάνει τη δουλειά της».

Οι δύο αυτοί ευρωπαϊκοί θεσμοί, παρά τις αρχικές προσδοκίες, στην πράξη φαίνονται μάλλον «λίγοι» σε σχέση με το ύψος των περιστάσεων. Γι’ αυτό «υπαίτιοι» κρίνονται σε μεγάλο βαθμό τα ίδια κράτη-μέλη, τα οποία δεν δείχνουν ακόμη έτοιμα να απεκδυθούν των ίδιων πολιτικών συμφερόντων και στρατηγικών.