1. Inhalt
  2. Navigation
  3. Weitere Inhalte
  4. Metanavigation
  5. Suche
  6. Choose from 30 Languages

Κατανοώντας την Ευρώπη

Θεματοφύλακας του ευρωπαϊκού δικαίου

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στο Λουξεμβούργο είναι υπεύθυνο για την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, ενώ παράλληλα ελέγχει την πιστή τήρησή του από τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και τα κράτη-μέλη.

Στους διαδρόμους του Δικαστηρίου επικρατεί σιγή, που υποδηλώνει εντατική εργασία. Φάκελοι συσσωρεύονται στα γραφεία μπροστά από γεμάτες βιβλιοθήκες και πίσω από επιβλητικές γυάλινες προσόψεις. Στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο συμμετέχουν συνολικά 27 δικαστές, ένας για κάθε κράτος-μέλος, μαζί με τα επιτελεία τους. Όλοι τους εργάζονται στο ίδιο παραλληλόγραμμο κτίριο όπου στεγάζονται επίσης οι δικαστικές αίθουσες, οι χώροι συσκέψεων και η βιβλιοθήκη.

Κύριες αρμοδιότητες του Δικαστηρίου

Στην αποκαλούμενη «προδικαστική παραπομπή» ένα εθνικό δικαστήριο υποβάλει αίτημα για ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Αυτό συμβαίνει όταν ο εθνικός δικαστής, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί υπόθεση που σχετίζεται με το κοινοτικό δίκαιο, έχει αμφιβολίες για την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου και διακόπτει την ενώπιόν του διαδικασία για να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο του Λουξεμβούργου. Από τις 600 υποθέσεις που φτάνουν κάθε χρόνο στο Λουξεμβούργο περισσότερες από τις μισές εμπίπτουν πλέον σε αυτήν την κατηγορία. Σχεδόν το ένα τέταρτο των συνολικά 6.300 υποθέσεων που έχει εκδικάσει το Δικαστήριο από το 1952 προέρχεται από τη Γερμανία.

Ο Έλληνας Βασίλης Σκουρής είναι πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου από το 2003, ενώ συμμετέχει σε αυτό εδώ και περισσότερα από δέκα χρόνια. «Η σχέση κοινοτικού και εθνικού δικαίου είναι περίπλοκη» λέει ο Σκουρής. «Το πιο σημαντικό είναι ότι το ευρωπαϊκό δίκαιο υπέρτερεί του εθνικού, ενώ την ίδια στιγμή δημιουργεί απευθείας στα κράτη-μέλη, αλλά και στους ιδιώτες, δικαιώματα και υποχρεώσεις, γίνεται λοιπόν και αυτό εθνικό δίκαιο- κάτι που σημαίνει εν τέλει ότι τα κράτη-μέλη οφείλουν να τροποποιήσουν την εθνική νομοθεσία τους, ώστε να θεωρείται συμβατή με το κοινοτικό δίκαιο».

Δεν μπορούν να είναι όλοι ευχαριστημένοι 

Vassilios Skouris, Präsident des Europäischen Gerichtshofs in Luxemburg

Ο Βασίλης Σκουρής είναι πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου από το 2003

Εδώ ακριβώς αρχίζει η κριτική προς το Δικαστήριο του Λουξεμβούργου. Κάποιοι κατηγορούν τους δικαστές για υπερβολικές παρεμβάσεις στο εθνικό δίκαιο. Από την πλευρά του, ο Λετονός Έγκιλς Λέβιτς, δικαστής στο Λουξεμβούργο από το 2004,  καταλήγει σε διαφορετικό συμπέρασμα: από τη στιγμή που οι μεν κατηγορούν το δικαστήριο για υπερδραστηριότητα και οι δε για στρουθοκαμηλισμό, προφανώς η όποια κριτική είναι, αν μη τί άλλο, ισορροπημένη, επισημαίνει ο Λέβιτς, ο οποίος διαθέτει πολυετή εμπειρία ως νομικός, αλλά και διπλωμάτης.

«Το κατ΄εξοχήν νομοθετικό όργανο της Ένωσης είναι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, δηλαδή οι εκπρόσωποι των 27 εθνικών κυβερνήσεων» τονίζει ο δικαστής από τη Λεττονία. Πρόκειται κατ΄αρχήν για μία πολιτική διαδικασία, στην οποία, όπως συμβαίνει με κάθε νομοθετική πράξη, είναι δύσκολο να φτάσεις στο επιδιωκόμενο πολιτικό αποτέλεσμα και συχνά επιζητείς τον συμβιβασμό. «Η ευρωπαϊκή νομοθετική πράξη που προκύπτει από τον συμβιβασμό προφανώς δεν διαθέτει την ομοιογένεια και σαφήνεια που θα είχε, εάν προερχόταν από μία μόνο πολιτική συνιστώσα, πρέπει όμως να εφαρμοστεί. Σε αυτήν την περίπτωση το Δικαστήριό μας καλείται να διασαφηνίσει τις αβεβαιότητες και να καλύψει τα όποια κενά» λέει ο Έγκιλς Λέβιτς.

Καλή η εμπιστοσύνη, καλύτερος ο έλεγχος

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στο Λουξεμβούργο ελέγχει και την τήρηση του κοινοτικού δικαίου από τα κράτη-μέλη. Η προσφυγή για διαπίστωση παράβασης της συνθήκης είναι η δεύτερη πιο συχνή διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, έχοντας συνήθως ως αφετηρία σχετική πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές συνθήκες και τα κράτη-μέλη μπορούν να κινηθούν νομικά εναντίον άλλων κρατών-μελών, αλλά στην πράξη αυτό που συνήθως συμβαίνει είναι ότι σε περίπτωση διμερών διαφορών το κράτος-μέλος προτιμά να ενημερώσει την Κομισιόν, αφήνοντας σε εκείνη την πρωτοβουλία για προσφυγή.  

Εάν τελικά διαπιστωθεί παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο μπορεί να επιβάλει πρόστιμα. Το 2008 τις περισσότερες καταδίκες είχαν η Ιταλία, η Ισπανία και το Λουξεμβούργο. Επιπλέον το Δικαστήριο ελέγχει και τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και μπορεί να ακυρώσει νομικές πράξεις τους που αντίκεινται στο ευρωπαϊκό δίκαιο.

Οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου

Egils Levits, Richter am Europäischen Gerichtshof in Luxemburg

Ο Λετονός Έγκιλς Λέβιτς, δικαστής στο Λουξεμβούργο από το 2004

Μόνο σε ιδιαίτερες περιπτώσεις οι αποφάσεις λαμβάνονται από την Ολομέλεια του Δικαστηρίου. Επί προεδρίας Βασίλη Σκουρή, δηλαδή από το 2003, έχει καταγραφεί μόνο μία τέτοια περίπτωση, για την οποία και ο ίδιος δεν μιλάει με ευχαρίστηση: «Ήταν η υπόθεση Κρεσόν. Η λήψη απόφασης από την Ολομέλεια σε μία προσφυγή εναντίον πρώην Επιτρόπου ήταν υποχρεωτική». Σύμφωνα με τις ιδρυτικές συνθήκες της ΕΕ, μόνο η Ολομέλεια του Δικαστηρίου μπορεί να επιβάλει κυρώσεις σε μέλος της Επιτροπής. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η Κομισιόν ζητούσε να λάβει η Εντίτ Κρεσόν μειωμένη σύνταξη λόγω «κατάχρησης εξουσίας».

Συνήθως οι αποφάσεις λαμβάνονται είτε από το Τμήμα Μείζονος Συνθέσεως, το οποίο αποτελούν 13 δικαστές, είτε και από μικρότερα τμήματα με τη συμμετοχή τριών έως πέντε δικαστών, κάτι που αποτελεί και την πιο συνηθισμένη περίπτωση. Οι ακριβείς προϋποθέσεις ορίζονται στον κανονισμό του Δικαστηρίου. Όταν ένα κράτος-μέλος παραπέμπεται στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, ο δικαστής από το κράτος αυτό δεν επιτρέπεται να συμμετάσχει στην εκδίκαση της υπόθεσης.

Οι αποφάσεις λαμβάνονται ομόφωνα και δεν επιτρέπεται «αποκλίνουσα γνώμη» μεμονωμένων δικαστών, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Στρασβούργο ή στο γερμανικό Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Καρλσρούης. Αυτό σημαίνει ότι οι δικαστές πρέπει να συμβιβάσουν τις όποιες αντιθέσεις τους, ώστε να μπορούν να υποστηρίξουν όλοι μαζί την τελική απόφαση- κάτι που, μερικές φορές, αποβαίνει εις βάρος της σαφήνειας στην τελική διατύπωση του κειμένου.

Αποφάσεις με «διπλό δίχτυ ασφαλείας» 

EuGH in Luxemburg

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στο Λουξεμβούργο

Αντιθέτως, οι «προτάσεις» που υποβάλλουν οι οκτώ γενικοί εισαγγελείς του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου είναι συνήθως απολύτως σαφείς. Ο γενικός εισαγγελέας και οι συνεργάτες του εξετάζουν τα πραγματικά περιστατικά, προχωρούν σε συγκριτικές νομικές μελέτες και τελικά διατυπώνουν μία αναλυτική νομική βάση εν είδη πρότασης, επί της οποίας καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο. Στο 80% των υποθέσεων οι δικαστές ακολουθούν τελικά την πρόταση του εισαγγελέα.

Από το 2003 η Γερμανίδα καθηγήτρια Νομικής Γιουλιάνε Κόκοτ εργάζεται ως γενική εισαγγελέας στο Λουξεμβούργο. Θεωρεί ιδιαίτερα σημαντικό τον «διπλό έλεγχο» από τον οποίον περνούν όλες οι αποφάσεις, καθώς, όπως επισημαίνει «εδώ λαμβάνονται αποφάσεις ευρύτατης εμβέλειας, οι οποίες επενεργούν σε 27 διαφορετικές έννομες τάξεις και μάλιστα χωρίς να επιδέχονται έφεση. Σε πολλά ζητήματα εξακολουθούμε να είμαστε η πρώτη και τελευταία βαθμίδα εκδίκασης. Με τον θεσμό των γενικών εισαγγελέων λοιπόν μπορούμε να είμαστε σίγουροι, ότι όλες οι υποθέσεις εξετάζονται εις βάθος δύο φορές....»

Από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο πρέπει να διαχωριστεί το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που παλαιότερα ονομαζόταν Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Ιδρύθηκε το 1988 για να βοηθήσει το Δικαστήριο να αντιμετωπίσει τον φόρτο εργασίας του και ασχολείται κυρίως με υποθέσεις ανταγωνισμού και προστασίας εμπορικών σημάτων. Στο δικαστήριο αυτό μπορεί να προσφύγει και ο κάθε Ευρωπαίος πολίτης, αναζητώντας νομική προστασία απέναντι σε ένα κοινοτικό θεσμικό όργανο.