1. Inhalt
  2. Navigation
  3. Weitere Inhalte
  4. Metanavigation
  5. Suche
  6. Choose from 30 Languages

Κοινωνία & Πολιτισμός

Θα αλλάξει το καθεστώς διακίνησης και εμπορίας αρχαίων στη Γερμανία;

Στα μέσα Σεπτεμβρίου αναμένεται στη γερμανική βουλή η κύρωση των διεθνών συμβάσεων της UNESCO για την προστασία των πολιτιστικών αγαθών.

default

Ο κυβερνητικός συνασπισμός διακήρυξε ήδη από τα μέσα Μαΐου (12.05.2006) ότι θα προχωρήσει στην κύρωση των συμβάσεων και γι’ αυτό τον λόγο κατέθεσε το ανάλογο νομοσχέδιο, το οποίο θα ψηφιστεί τόσο από τη ομοσπονδιακή βουλή, όσο και από τη βουλή των κρατιδίων. Να υπενθυμίσουμε ότι η Γερμανία μαζί με τη Μεγάλη Βρετανία και τις ΗΠΑ είναι από τις ελάχιστες χώρες του κόσμου που δεν έχουν κυρώσει τις διεθνείς αυτές συμβάσεις.

Ο δρ. Μίχαελ Μίλερ-Κάρπε, γνωστός αρχαιολόγος από το Μουσείο Ρωμαϊκών και Γερμανικών Αρχαιοτήτων του Μάιντς, εκτιμά το καθεστώς διακίνησης και εμπορίας αρχαίων στη Γερμανια ως καταστροφικό γιατί «η Γερμανία είναι μία από τις τελευταίες χώρες στον κόσμο, όπου είναι πλήρως νόμιμη η διακίνηση και η εμπορία πολιτιστικών αγαθών, που προέρχονται από λεηλασίες αρχαιολογικών χώρων, παράνομες ανασκαφές ή αρχαιοκαπηλία.»

Αιτία του κακού σύμφωνα με τον Γερμανό αρχαιολόγο είναι η νομοθεσία, η οποία «δεν ανταποκρίνεται στη σημερινή πραγματικότητα. Δηλαδή όσα αντικείμενα κυκλοφορούν στη γερμανική αγορά τέχνης θεωρεί ότι προέρχονται από νόμιμες ανασκαφές. Κάτι που ασφαλώς αποτελεί την εξαίρεση και όχι τον κανόνα. Τα περισσότερα είναι προϊόντα αρπαγών και αρχαιοκαπηλίας.»

Η γερμανική δεοντολογία προβλέπει ότι κάθε έμπορος τέχνης οφείλει να προμηθεύεται τα προϊόντα του από νόμιμες πηγές. «Τα προϊόντα μας είναι νόμιμα», υποστηρίζουν οι Γερμανοί έμποροι τέχνης, «γι’ αυτό δεν χρειάζονται οι περιορισμοί». «Όποιος έμπορος πουλήσει προϊόντα αρχαιοκαπηλίας και αποκαλυφθεί χάνει το κύρος του στην αγορά», ισχυρίζονται. Ο Μίχαελ Μίλερ- Κάρπε δεν αμφισβητεί αυτόν τον πανάρχαιο νόμο της αγοράς, αλλά επιμένει ως αρχαιολόγος που έχουν δει πολλά τα μάτια του π.χ. στο Ιράκ με τα αρχαία της Μεσοποταμίας, ότι πρέπει να θεσμοθετηθούν και αυστηροί νόμοι. Επισημαίνει μάλιστα ότι δεν μπορεί να αντιληφθεί την στάση των Γερμανών εμπόρων: «είναι αδιανόητο γιατί αντιδρούν τόσο πολύ στην απαγόρευση και δεν θέλουν κανέναν περιορισμό. Ασφαλώς ο κάθε σοβαρός έμπορος δεν πουλάει προϊόντα αρχαιοκαπηλίας. Παρ’ όλα αυτά πρέπει να θεσμοθετηθεί ένα πιο αποτελεσματικό νομικό πλαίσιο που θα χτυπάει το κακό στη ρίζα του και θα αποτρέπει τους πάντες από παράνομες συναλλαγές. Η κύρωση των συμβάσεων είναι σημαντική για τους εμπόρους τέχνης, αλλά και για το κύρος της Γερμανίας.»

Τι πρέπει να κάνει τελικά η Γερμανία; Ο Γερμανός αρχαιολόγος από το Μάιντς υπογραμμίζει ότι το α και το ω για την πάταξη της παράνομης διακίνησης και εμπορίας αρχαίων είναι: «κατεπειγόντως να κυρωθεί η σύμβαση της UNESCO που απαγορεύει την διακίνηση και εμπορία πολιτιστικών θησαυρών.»

Κάτι που δήλωσε ότι θα πράξει ο κυβερνητικός συνασπισμός και κατέθεσε επί τούτου σχετικό νομοσχέδιο. Γιατί όμως οι αρχαιολόγοι δεν συμφωνούν με το νομοσχέδιο; Ο Μίχαελ Μίλερ-Κάρπε διευκρινίζει ότι στο νομοσχέδιο υπάρχει ένα πρόβλημα: «φαίνεται ότι τελικά επιδιώκεται να ψηφιστούν έτσι οι συμβάσεις, ώστε να αποδυναμώνονται και να καταστρατηγούνται. Ενώ δηλαδή το νομοσχέδιο ορίζει ρητά την απαγόρευση διακίνησης και εμπορίας προϊόντων αρχαιοκαπηλίας, ταυτόχρονα περιορίζει την ισχύ της απαγόρευσης μόνον σε όσα αρχαία έχουν συμπεριληφθεί στην Ομοσπονδιακή Κατάσταση Αρχαιοτήτων! Όμως τα λιγότερα αρχαία που διακινούνται στην αγορά είναι αποτέλεσμα νόμιμων, τεκμηριωμένων ανασκαφών. Έτσι θα μπορούν οι έμποροι τέχνης να διακινούν ανενόχλητοι όσα προϊόντα αρχαιοκαπηλίας, δεν αναγράφονται στη κατάσταση.»

Να συμπληρώσουμε ότι το νομοσχέδιο της γερμανικής κυβέρνησης προβλέπει ταυτόχρονα και χρονικό διάστημα ενός έτους κατά το οποίο «καλούνται όλες οι χώρες που πλήττονται από την αρχαιοκαπηλία να καταθέσουν πιστοποιητικά των αρχαίων που λεηλατήθηκαν», ώστε να συμπληρωθεί η Ομοσπονδιακή Κατάσταση Αρχαιοτήτων. Φαίνεται λοιπόν ότι η Γερμανία θα αναγνωρίσει μάλλον μόνον τη σύμβαση της UNESCO του 1970/72, όχι όμως και την συμπληρωματική της του 1995, που είναι πληρέστερη και αυστηρότερη και απαγορεύει εντελώς την διακίνηση και εμπορία όλων των λεηλατηθέντων αρχαίων, αλλά και εκείνων που μεταφέρθηκαν παράνομα εκτός της χώρας προέλευσης.

Επιμέλεια: Βιβή Παπαναγιώτου