1. Inhalt
  2. Navigation
  3. Weitere Inhalte
  4. Metanavigation
  5. Suche
  6. Choose from 30 Languages

Κοινωνία & Πολιτισμός

Η ταινία «Τετάρτη 04:45» στη Γερμανία

Η ταινία του Αλέξη Αλεξίου «Τετάρτη 04.45» που απέσπασε πέρσι πολύ θετικές κριτικές στην Ελλάδα κάνει πρεμιέρα σήμερα στη Γερμανία. Ένα πολυαναμενόμενο νεο-νουάρ φιλμ που καταρρίπτει το κλισέ «θάλασσα-μπουζούκι-ούζο».

Η ελληνική κρίση ως φόντο σε μία ταινία δράσης «ελληνικής κοπής», την οποία οι γερμανικοί κινηματογράφοι περιμένουν να κάνει πρεμιέρα στις σκοτεινές αίθουσες. Η φήμη της τελευταίας ταινίας «Τετάρτη 04:45» σε σκηνοθεσία του Αλέξη Αλεξίου, ενός πολλά υποσχόμενου σκηνοθέτη της νέας γενιάς, κάνει σήμερα πρεμιέρα στη Γερμανία, έχοντας ήδη διαγράψει μια πολύ καλή χρονιά ήδη στην Ελλάδα. Μια συμπαραγωγή Ελλάδας, Γερμανίας, Ισραήλ με εξαιρετικές ερμηνείες των πρωταγωνιστών Στέλιου Μάινα, Αδάμ Μπουσδούκου, Μαρίας Ναυπλιώτου, Δημήτρη Τζουμάκη κ.ά. Οι κριτικές του γερμανικού τύπου είναι πάντως ήδη επαινετικές και όπως ήδη διαφαίνεται το γερμανικό κοινό δεν θα μείνει αδιάφορο από αυτό το διαφορετικό από τα τετριμμένα δείγμα της σύγχρονης κινηματογραφικής παραγωγής.

Με πολύ καλές κριτικές υποδέχεται ο γερμανικός τύπος την ταινία του Αλ. Αλεξίου

Με πολύ καλές κριτικές υποδέχεται ο γερμανικός τύπος την ταινία του Αλ. Αλεξίου

Όπως σημειώνει η εφημερίδα Die Welt σε σχετική κριτική με τίτλο «Το μπουζούκι δεν παίζει πια», μέχρι στιγμής έχουν ειπωθεί τα πάντα στη Γερμανία για την Ελλάδα, «περί χρεοκοπίας και προγραμμάτων διάσωσης, περί Σόιμπλε και Βαρουφάκη, περί Καλαβρύτων και γερμανικών αποζημιώσεων». Την ώρα όμως που τα ηχηρά αυτά θέματα, συνοδευόμενα συχνά από κλισέ, μονοπωλούν τον ελληνογερμανικό δημόσιο διάλογο, δεν θα ήταν κακό να κοιτάξουμε λίγο και προς την πλευρά της τέχνης, ειδικότερα του ελληνικού κινηματογράφου.

Η Welt σημειώνει ότι τα δύσκολο χρόνια της κρίσης κυοφόρησαν ένα απροσδόκητο νέο ρεύμα στη σύγχρονη ελληνική κινηματογραφία με βασικά γνωρίσματα το μαύρο χιούμορ και το γενικευμένο αίσθημα της παρακμής μιας κοινωνίας. Η ταινία του Αλεξίου εγγράφεται δίχως αμφιβολία σε αυτό το ρεύμα. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η κινηματογραφική κριτική που δημοσιεύει σήμερα η Τageszeitung του Βερολίνου, η οποία αναφέρει ότι παρά τις «αδυναμίες του σεναρίου» η ταινία διακρίνεται από μια απαράμιλλη φιλμ νουάρ αισθητική, μέσα στην οποία αναδύεται εύστοχα το κλίμα μιας κρίσης, η οποία πηγαίνει πολύ πιο μακριά από τα όρια της οικονομικής κρίσης.

Τζαζ ήχοι και μαφιόζικη καταδίωξη με φόντο τη Συγγρού

Στέλιος Μάινας και Δημήτρης Τζουμάκης εν δράσει

Στέλιος Μάινας και Δημήτρης Τζουμάκης εν δράσει

To «στόρι» της ταινίας είναι απλό, ακολουθεί τις γνωστές γραμμές μιας κλασικής ταινίας δράσης. Ο πρωταγωνιστής (Στέλιος Μάινας) είναι ιδιοκτήτης μιας μουσικής σκηνής τζαζ στο κέντρο της Αθήνας. Παρά τη μεγάλη αγάπη του για τη τζαζ η οικονομική κρίση έπληξε τον χώρο της διασκέδασης και το μαγαζί πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο, ενώ πολλά είναι και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει και στην οικογένειά του. Το αποκορύφωμα όμως έρχεται όταν ο ρουμάνος τοκογλύφος από τον οποίο είχε πάρει κάποτε ένα υπέρογκο δάνειο ύψους 150.00 ευρώ, παρακάμπτοντας το δαιδαλώδες ελληνικό τραπεζικό σύστημα, επιστρέφει στην Αθήνα και του ζητά εκβιαστικά τα λεφτά. Του δίνει διορία από Δευτέρα μέχρι Τετάρτη ξημερώματα –εξού και ο τίτλος. Στο σημείο αυτό αρχίζει ουσιαστικά η ταινία με φόντο σκοτεινούς δρόμους, πρόσωπα του υποκόσμου και μια άλλη Αθήνα που ξυπνά τη νύχτα.

Όπως επισημαίνει το γερμανικό πρακτορείο dpa, «στην ταινία πρωταγωνιστεί η νύχτα, είναι ο κυρίαρχος χώρος δράσης. Η ατμόσφαιρα της νύχτας αποτυπώνεται σκηνοθετικά με εύστοχες θολές εικόνες, χρωματική κλίμακα σέπια και έντονες εκλάμψεις φωτός σαν αστραπές, παράγοντας μια διάχυτη ατμόσφαιρα φόβου». Το dpa συνεχίζει μάλιστα λέγοντας ότι στην ταινία υπάρχουν «παραλληλισμοί με την σημερινή πολιτική και οικονομική πραγματικότητα, οι οποίοι όμως δεν υπερτονίζονται». Η ταινία εστιάζει περισσότερο στη μάταιη προσπάθεια του ήρωα να βρει επειγόντως λύσεις σε αντικειμενικά ανυπέρβλητα εμπόδια. «Στο τέλος κανείς δεν κερδίζει, μόνο κάποιοι χάνουν τη ζωή τους».

Dpa, Die Welt, TAZ / Δήμητρα Κυρανούδη