1. Inhalt
  2. Navigation
  3. Weitere Inhalte
  4. Metanavigation
  5. Suche
  6. Choose from 30 Languages

Επισκόπηση τύπου

Η Ευρώπη δεν έχει το παραμικρό συμφέρον από μια αναβίωση των ρωσικών ανησυχιών

Με αφορμή την επέτειο των τεσσάρων ετών από την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ, η ιταλική La Repubblica σχολιάζει: Όλοι, ακόμη και εκείνοι που δεν το παραδέχονται, προσβλέπουν σε ένα θαύμα από τον επικεφαλής των αμερικανικών δυνάμεων στο Ιράκ Ντέιβιντ Πετρέους. Ο αμερικανός στρατηγός καλείται τουλάχιστον να δώσει την εντύπωση της σταθερότητας στη Βαγδάτη, προκειμένου να συγκαλύψει την αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων από το Ιράκ, τα οποία έχουν εκπαιδευτεί για αστραπιαίες πολεμικές επιχειρήσεις, αλλά όχι για ατέρμονο αντάρτικο.

Το ζητούμενο από τον κ. Πετρέους είναι να λυτρώσει ένα έθνος από τα βάσανά του και έναν πρόεδρο από την καταστροφή. Και όλα αυτά τα ζητούμε από έναν στρατηγό που είχε εισβάλει ο ίδιος στο Ιράκ πριν από τέσσερα χρόνια. Τότε, απαντώντας σε κάποιον κατώτερο του που τον ενημέρωνε ότι ο πόλεμος άρχιζε, ο Πετρέους του απήντησε: «Το γνωρίζω ότι άρχισε, αλλά πες μου καλύτερα πως θα τον τελειώσουμε».

Για το ίδιο θέμα η γερμανική Ostsee Zeitung παρατηρεί: Εντείνεται ο φόβος ότι το Ιράκ θα γίνει για την Αμερική ένα δεύτερο Βιετνάμ. Πρόκειται για έναν εφιάλτη. Δεν είναι σύμπτωση το γεγονός ότι η διαδήλωση στην Ουάσιγκτον κατά του πολέμου είχε ως αφετηρία το ίδιο σημείο από όπου άρχισαν πριν από 40 χρόνια οι μαζικές συγκεντρώσεις κατά των σφαγών στην Ινδοκίνα. Και όμως σήμερα η κατάσταση είναι χειρότερη από τότε. Σήμερα δεν είναι μόνο ότι ο πρόεδρος Μπους απέτυχε να νικήσει την τρομοκρατία, αλλά έχει στρέψει όλον τον μουσουλμανικό κόσμο ενάντια στην Αμερική, τονίζει η εφημερίδα.

Το ζήτημα της αντιπυραυλικής ασπίδας που σχεδιάζουν να εγκαταστήσουν σε χώρες του Καυκάσου, αλλά και στην Πολωνία και Τσεχία οι Ηνωμένες Πολιτείες κυριαρχεί σήμερα στα σχόλια του γερμανικού Τύπου και με αφορμή την πρόσφατη επίσκεψη της καγκελαρίου Μέρκελ στην Πολωνία.

Η Ευρώπη δεν έχει το παραμικρό συμφέρον από μια αναβίωση των ρωσικών ανησυχιών, παρατηρεί η Stuttgarter Zeitung. Η Ευρώπη κατέστη με επιπόλαιο τρόπο εξαρτημένη ενεργειακά από τη Ρωσία και ακριβώς αυτή η εξάρτηση επιβάλλει να αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη προσοχή η Μόσχα. Κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να αγαπάει τη Ρωσία και τον Πούτιν. Αλλά συνιστά κεντρικό άξονα της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής -από την εποχή ακόμη του Βίλι Μπραντ- η συνεργασία με τη Μόσχα και η υπέρβαση της αμοιβαίας καχυποψίας. Η ανόητη απόφαση για την εγκατάσταση νέων συστημάτων στο πλαίσιο της λεγόμενης αντιπυραυλικής ασπίδας συνιστά πρόκληση όχι μόνο για τη Μόσχα αλλά και το Βερολίνο, καταλήγει η εφημερίδα.

Σε διαφορετικό μήκος κύματος το σχετικό σχόλιο της εφημερίδας Tagesspiegel του Βερολίνου: Η Ρωσία δεν προκαλείται από κανέναν. Θέλει να αισθάνεται ότι προκαλείται και αυτό ευνοεί κυρίως το γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα. Επιτέλους οι γερμανοί Σοσιαλδημοκράτες μπορούν πλέον να αντλήσουν πολιτικά οφέλη εκμεταλλευόμενοι το αγαπημένο τους θέμα, την ειρήνη. Έχουν αντιληφθεί ότι εξατμίζεται η πολιτική επίδραση τού «όχι» τους στον πόλεμο του Ιράκ επί εποχής Σρέντερ και ότι το κόμμα τους πλήττεται τώρα από τις συνέπειες του πολέμου στο Αφγανιστάν. Υπήρχε λοιπόν έλλειμμα διαμαρτυρίας στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα και την αφορμή για την κάλυψή του έδωσε το αμερικανικό σχέδιο εγκατάστασης της αντιπυραυλικής ασπίδας. Τόσο απλά είναι τα πράγματα, παρατηρεί σκωπτικά η γερμανική εφημερίδα.

Για το ίδιο θέμα η γερμανική έκδοση των Financial Times υπογραμμίζει: Είναι στο χέρι της Γερμανίας να αποφασίσει που θα δώσει περισσότερη έμφαση. Στις αμερικανικές ή στις ρωσικές ανησυχίες. Στο σοσιαλδημοκρατικό στρατόπεδο πάντως εντείνεται η αγανάκτηση ενάντια στα εξοπλιστικά σχέδια των Αμερικανών, ενώ στους συγκυβερνώντες Χριστιανοδημοκράτες κυριαρχεί η καχυποψία έναντι του Πούτιν. Και όλα αυτά συνιστούν την κατάλληλη θεματική προκειμένου να διαλυθεί ο κυβερνητικός συνασπισμός του Βερολίνου και να αρχίσει ο προεκλογικός αγώνας.