1. Inhalt
  2. Navigation
  3. Weitere Inhalte
  4. Metanavigation
  5. Suche
  6. Choose from 30 Languages

Κοινωνία & Πολιτισμός

Η αντιχουντική δράση στη Γερμανία

Τον άγνωστο αντιδικτατορικό αγώνα που δόθηκε στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στη Γερμανία καθώς και τον ρόλο της Deutsche Welle ανέδειξε η Ένωση Ελληνογερμανικών Εταιρειών σε συμπόσιο στο Ανόβερο.

Για την περίοδο της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα (1967-1974) έχουν δημοσιευθεί πολυάριθμες έρευνες, μαρτυρίες, ακόμη και μυθιστορήματα. Λιγότερο γνωστή παραμένει η αντιστασιακή δράση των Ελλήνων στο εξωτερικό αλλά και η αλληλεγγύη που τους προσφέρθηκε στις χώρες διαμονής τους, όπως στη Γερμανία. Σε μια προσπάθεια να διασωθεί αυτή η μνήμη η Ένωση Ελληνογερμανικών Εταιρειών οργάνωσε αυτές τις μέρες συμπόσιο στο Ανόβερο με τη συμμετοχή μαρτύρων της εποχής. Όπως είπε η πρόεδρος της Ένωσης Ζίγκριντ Σκαρπέλη-Σπερκ στη Deutsche Welle: «Το διοργανώσαμε επειδή μέχρι σήμερα έχουμε μόνο προφορικές μαρτυρίες. Φοβόμαστε ότι αυτό το σημαντικό κομμάτι ελληνικής αλλά και γερμανικής ιστορίας θα χαθεί στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Δεν θα άξιζε όμως στους εργαζόμενους, στους φοιτητές, σε όλους εκείνους που αγωνίστηκαν για την ελευθερία να ξεχαστούν».

Αντίσταση στη «Μικρή Ελλάδα»

Από τις εργασίες του συνεδρίου στο Ανόβερο

Από τις εργασίες του συνεδρίου στο Ανόβερο

Είναι αρκετά διαδεδομένη η εντύπωση ότι τα κέντρα της αντίστασης ενάντια στη χούντα στη Δυτική Ευρώπη ήταν το Παρίσι, η Ρώμη ή το Λονδίνο. Η εικόνα είναι παραπλανητική υποστήριξε ο ομότιμος καθηγητής του ΑΠΘ και άλλοτε ηγετικό στέλεχος του αριστερού Πανελλήνιου Αντιδικτατορικού Μετώπου (ΠΑΜ) Γιώργος Τσιάκαλος. Αυτή η λανθασμένη εντύπωση δημιουργήθηκε επειδή σε αυτές τις μεγαλουπόλεις διέμεναν πολλοί έλληνες διανοούμενοι και πολιτικοί. Στη Γερμανία ζούσαν όμως στην περίοδο της δικτατορίας πάνω από μισό εκατομμύριο Έλληνες που στην συντριπτική τους πλειοψηφία ήταν γκασταρμπάιτερ. Πρόκειται για μια «Μικρή Ελλάδα» λέει ο Γιώργος Τσιάκαλος: «Είχαμε Έλληνες σε όλα τα μέρη της Γερμανίας. Ήταν οργανωμένοι σε κοινότητες, είχαν τις εκκλησίες, είχαν τα σχολεία τους, είχαν τις διάφορες δραστηριότητες και είχαν τα πολιτικά τους κόμματα».

Αυτό το συνειδητοποίησε και το στρατιωτικό καθεστώς. Πολύ σύντομα επιδίωξε να καθυποτάξει τον ελληνισμό της Γερμανίας στέλνοντας για παράδειγμα νέους δασκάλους στα σχολεία, οι οποίοι ήταν προσηλωμένοι στο καθεστώς ή και δημιουργώντας χουντικές οργανώσεις. Όπως επισήμανε στην ομιλία του ο πρέσβης στο Βερολίνο Θεόδωρος Δασκαρόλης, την καθοδήγηση όλου αυτού του κατασταλτικού μηχανισμού είχαν αναλάβει οι ελληνικές διπλωματικές αρχές: παρακρατούσαν διαβατήρια, φακέλωναν, εκφόβιζαν. Υπήρξαν όμως και λαμπρές εξαιρέσεις όπως ο νεαρός διπλωμάτης Γιώργος Κλαδάκης ο οποίος παραιτήθηκε για να εργαστεί στο ελληνικό πρόγραμμα της Deutsche Welle.

Γερμανοί και αντιδικτατορικός αγώνας

Το πρωτοσέλιδο της συνδικαλιστικής εφημερίδας METALL (2.5.1967) για τη χούντα

Το πρωτοσέλιδο της συνδικαλιστικής εφημερίδας METALL (2.5.1967) για τη χούντα

Καθόλου τυχαίο δεν είναι ότι το συμπόσιο της Ένωσης Ελληνογερμανικών Εταιρειών διεξήχθη στην έδρα του Συνδικάτου Εξόρυξης, Χημικών και Ενέργειας. Όπως τόνισε στην ομιλία του ο Χέρμπερτ Σμάλστιγκ που το 1972, σε ηλικία μόλις 29 ετών, είχε γίνει δήμαρχος του Ανοβέρου, στον αγώνα τους ενάντια στη χούντα οι Έλληνες δεν ήταν μόνοι τους. Ήδη από τις πρώτες μέρες του πραξικοπήματος ο τότε νεαρός Σοσιαλδημοκράτης συμμετείχε με συνδικαλιστές, εκπροσώπους των γερμανικών εκκλησιών και φοιτητικών οργανώσεων στις αντιδικτατορικές κινητοποιήσεις. Όπως εξήγησε, η συμμετοχή όλων αυτών των ανθρώπων για την αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Ελλάδα είχε να κάνει και με τους Νόμους Έκτακτης Ανάγκης που ψηφίστηκαν τελικά το 1968 από τον μεγάλο κυβερνητικό συνασπισμό Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλδημοκρατών.

Ο Χέρμπερτ Σμάλστιγκ άνηκε σε αυτούς που τους καταπολέμησαν: «Κάναμε μεγάλη κινητοποίηση εναντίον τους εδώ στο Ανόβερο επειδή πιστεύαμε ότι με τους νόμους αυτούς καταργούνται συνταγματικά δικαιώματα. Και ενώ αυτό συνέβαινε εδώ στη Γερμανία μαθαίναμε από από έλληνες φίλους μας για συγγενείς τους που φυλακίστηκαν και βασανίστηκαν από τη χούντα. Όλα αυτά μαζί μας είχαν εξοργίσει αφάνταστα και αποτέλεσαν κίνητρο. Θα επιθυμούσα αυτό το κίνημα αλληλεγγύης που είχαμε τότε να το έχουμε και σήμερα όταν πρόκειται να υποστηρίξουμε τα δημοκρατικά δικαιώματα σε άλλες χώρες - όπως για παράδειγμα στην Τουρκία.»

Ο δημοσιογράφος της DW Βάσος Μαθιόπουλος με τον Βίλι Μπραντ

Ο δημοσιογράφος της DW Βάσος Μαθιόπουλος με τον Βίλι Μπραντ

Αναφορικά με τη στάση των γερμανικών κρατικών αρχών έλληνες εισηγητές του συμποσίου που συμμετείχαν στον αντιδικτατορικό αγώνα διαβεβαίωσαν ότι συνήθως δεν τους δημιουργούσαν προβλήματα. Μάλιστα ο καθένας που του είχε αφαιρεθεί το διαβατήριο από το χουντικό καθεστώς έπαιρνε, εφόσον το ήθελε, πολιτικό άσυλο. Σε κυβερνητικό επίπεδο τα πράγματα ήταν κάπως διαφορετικά. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι αυτή του Βίλι Μπραντ. Όπως εξήγησε ο Μπερντ Ρότερ από το «Ίδρυμα Καγκελάριος Βίλι Μπραντ», ο Σοσιαλδημοκράτης Μπραντ βρέθηκε αντιμέτωπος με το εξής δίλημμα: «Ως υπουργός Εξωτερικών πρώτα και από το 1969 ως καγκελάριος δεν μπορούσε να αμφισβητήσει πλήρως τις διπλωματικές σχέσεις με την Ελλάδα που ήταν μέλος του ΝΑΤΟ. Από την άλλη πλευρά όμως είχε ξεκάθαρες ηθικές αρχές που για αυτόν σήμαιναν ότι έπρεπε να σταθεί αλληλέγγυος στους καταδιωκόμενους έλληνες δημοκράτες. Ανάμεσα σε αυτούς τους δύο πόλους έπρεπε να βρει μια χρυσή τομή. Και αυτή ήταν να παρέχει σιωπηλά βοήθεια και δημόσια να τηρεί αποστάσεις».

Συνέπεια αυτής της στάσης ήταν για παράδειγμα να δώσει τόσο πράσινο φως στην πώληση όπλων στην δικτατορική Ελλάδα όσο και να οργανώσει την έξοδο από την Ελλάδα του διωκόμενου από τη χούντα καθηγητή Γεώργιου-Αλέξανδρου Μαγκάκη.

Ο ρόλος της Deutsche Welle

Δανάη Κουλμάση

Δανάη Κουλμάση

Στο διάστημα της χούντας κυκλοφόρησαν στη Γερμανία πάνω από 60 αντιδικτατορικά έντυπα, τα οποία εξέδιδαν κομματικές, φοιτητικές και άλλες οργανώσεις των Ελλήνων. Αλλά και το χουντικό καθεστώς δεν έμεινε άπραγο. Σύμφωνα με στοιχεία που κατέθεσε ο πρώην δημοσιογράφος και μετέπειτα ακόλουθος τύπου της ελληνικής πρεσβείας Παντελής Παντελούρης, χουντικοί προπαγανδιστές είχαν πληρώσει γερμανούς δημοσιογράφους με δεκάδες χιλιάδες μάρκα προκειμένου να γράψουν ευνοϊκά για το καθεστώς. Οι δημοσιογράφοι αυτοί αποτέλεσαν όμως μια ισχνή μειοψηφία. Κατά κανόνα τα γερμανικά μέσα ενημέρωσης τηρούσαν αντιχουντική στάση. Αυτή χαρακτήριζε και τις ελληνόφωνες εκπομπές των δύο δημόσιων ραδιοφωνικών σταθμών, της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας από το Μόναχο και της Deutsche Welle από την Κολωνία.

Ενώ το Μόναχο ενημέρωνε τους Έλληνες της Γερμανίας, η Deutsche Welle απευθυνόταν στους Έλληνες στην Ελλάδα. Δεν ενημέρωνε όμως απλώς τους ακροατές, εξήγησε στην περιεκτική της εισήγηση η άλλοτε εκφωνήτρια του σταθμού και συγγραφέας Δανάη Κουλμάση: «Τους έδινε ξανά μια αξιοπρέπεια που τους είχε αφαιρέσει η χούντα και ακόμη και τη γλώσσα τους που ήταν απαγορευμένη – τον ελεύθερο κριτικό λόγο». Εκτός αυτού η Deutsche Welle συνέβαλε στην περίοδο της χούντας και στο να αλλάξει η εικόνα των Ελλήνων για τους Γερμανούς, τους οποίους ως τότε «τους αναγνώριζαν, τους θαύμαζαν ως οικονομικό παράγοντα – και βέβαια ήταν και ο αντίκτυπος της ναζιστικής κατοχής στην Ελλάδα. Τώρα όμως αναγνωρίζουν τη Γερμανία ως δημοκρατική χώρα που μέσω ενός μικροφώνου τους δίνει τη γεύση της ελευθερίας».

Παναγιώτης Κουπαράνης, Βερολίνο

 

Ηχητικό και οπτικό υλικό για το θέμα