1. Inhalt
  2. Navigation
  3. Weitere Inhalte
  4. Metanavigation
  5. Suche
  6. Choose from 30 Languages

Περιβάλλον & Επιστήμη

Ηπατίτιδα C, η «ύπουλη» εκδοχή του ιού

Το ήπαρ είναι το όργανο, μέσω του οποίου αποβάλλονται οι τοξίνες από το σώμα. Μια ματιά στην επικίνδυνη ηπατίτιδα C που δύσκολα εντοπίζεται με αφορμή τη σημερινή Παγκόσμια Ημέρα κατά της ασθένειας.

Η Μαρία πάσχει από ηπατίτιδα C αλλά δεν θέλει να γίνει γνωστό το επώνυμό της. Αυτό ζήτησε κατά τη συνέντευξη που έδωσε στη Deutsche Welle, λέγοντας πως στο παρελθόν είχε πολλές δυσάρεστες εμπειρίες με ανθρώπους που έμαθαν ότι η ίδια πάσχει από τη νόσο. «Οι άνθρωποι κρατούν απόσταση, δεν με πλησιάζουν. Νομίζουν πως θα κολλήσουν τον ιό, αν απλώς δώσουν το χέρι», λέει η ίδια χαρακτηριστικά. Ο Χάινριχ, 52 ετών, ο οποίος πάσχει επίσης από ηπατίτιδα C έρχεται καθημερινά αντιμέτωπος με τις προκαταλήψεις και φοβίες των γύρω του. «Λένε για παράδειγμα 'δεν θέλω να πάω μαζί του για φαγητό, θα με κολλήσει αν βήξει'». Στην πραγματικότητα η ηπατίτιδα C δεν μεταδίδεται τόσο εύκολα. Π¨αντως δεν υπάρχει ακόμη εμβόλιο, σε αντίθεση με τις περιπτώσεις της ηπατίτιδας Α και Β, που να ενισχύει την προστασία έναντι του ιού.

Μετάδοση μέσω του αίματος

Περίπου 150 εκατομ. άνθρωποι πάσχουν από ηπατίτιδα C ανά τον κόσμο

Περίπου 150 εκατομ. άνθρωποι πάσχουν από ηπατίτιδα C ανά τον κόσμο

Η ηπατίτιδα προσβάλλει το ήπαρ. Σε αντίθεση με άλλα ζωτικά όργανα το συκώτι έχει τη δυνατότητα να αποκαθιστά μόνο του τις όποιες βλάβες υφίσταται. Ωστόσο μία χρόνια λοίμωξη μπορεί να αφήσει τα σημάδια της, με αποτέλεσμα η ανεπάρκεια του οργάνου να οδηγήσει ακόμη και στην ανάγκη μεταμόσχευσης. Η ηπατίτιδα C είναι γνωστή μόλις από το 1988 και μπορεί να οδηγήσει ακόμη και στον θάνατο. Η μετάδοση του ιού γίνεται μέσω του αίματος, από μία ανοιχτή πληγή ή από μία μετάγγιση. «Παλαιότερα, όταν δεν ήταν δυνατός ο έλεγχος του αίματος που χρησιμοποιούνταν για μεταγγίσεις, ο κίνδυνος μόλυνσης από τον ιό της ηπατίτιδας C ήταν μεγάλος», αναφέρει ο Γιαν Λάιντεν, επικεφαλής της αρμόδιας επιτροπής για τα εμβόλια κατά της ηπατίτιδας (STIKO) με έδρα το Βερολίνο. Οι γιατροί υποχρεούνται να αναφέρουν περιστατικά ή υποψία για ύπαρξη περιστατικού ηπατίτιδας C. Την ίδια υποχρέωση έχουν και οι μικροβιολόγοι που εντοπίζουν τον ιό, σε περίπτωση που ο ασθενής δεν είναι γνωστό ότι είναι φορέας.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΕ) έχει κατατάξει την ηπατίτιδα C σαν ένα «σημαντικό παγκόσμιο πρόβλημα υγείας», στο ίδιο επίπεδο μάλιστα με τον ιό HIV, τη φυματίωση και την ελονοσία. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία περίπου 150 εκατομμύρια άνθρωποι πάσχουν από ηπατίτιδα C, ενώ στη Γερμανία ο αριθμός αυτός ανέρχεται μεταξύ των 400.000 και 500.000 ασθενών.

Δεν υπάρχουν σαφή συμπτώματα

Δεν υπάρχει εμβόλιο για την ηπατίτιδα C, όπως συμβαίνει με την Α και Β

Δεν υπάρχει εμβόλιο για την ηπατίτιδα C, όπως συμβαίνει με την Α και Β

Η ηπατίτιδα C δεν έχει καθαρά συμπτώματα και δεν προκαλεί πόνους. Κάποια από τα πρώτα συμπτώματα της ασθένειας, όπως η κόπωση, η αδυναμία και η αρθραλγία αρχικά δεν φαίνονται επικίνδυνα και δεν είναι εύκολη η διάγνωση της αιτίας που τα προκαλεί. Για το λόγο αυτό στις περισσότερες περιπτώσεις οι ασθενείς, στους οποίους γίνεται η τελική διάγνωση, συχνά έρχονται προ εκπλήξεως. «Μολύνθηκα από παράσιτα στο στομάχι και το έντερο κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού μου στο εξωτερικό. Η διάγνωση της ηπατίτιδας έγινε τυχαία μετά από τεστ στα οποίο υποβλήθηκα», αναφέρει η Μαρία. Η ίδια πιστεύει ότι είχε μολυνθεί στο παρελθόν κατά τη διάρκεια χειρουργικής επέμβασης. Όντως στο παρελθόν πολλές μολύνσεις προκαλούνταν από τη χρήση ιατρικών εργαλείων που δεν είχαν αποστειρωθεί σωστά. Σήμερα κάτι τέτοιο θεωρείται σπάνιο.«Σήμερα είναι πιο συνήθης η μόλυνση από χρήση ναρκωτικών ουσιών με σύριγγες που χρησιμοποιούνται από πολλούς», εξηγεί ο Γιαν Λάιντελ, διευκρινίζοντας επίσης ότι «θεωρητικά είναι πιθανή και η μετάδοση του ιού μετά από σεξουαλική επαφή, αν και ο κίνδυνος θεωρείται χαμηλός».

Μέχρι σήμερα δυσκολότερο παραμένει το κομμάτι της διάγνωσης της ασθένειας, μιας και δεν προκαλεί πόνο στα αρχικά τουλάχιστον στάδια της εξέλιξής της. Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο ηπατολόγος Δρ. Στέφαν φον Νταλ, όσο πιο νωρίς γίνει διάγνωση και ξεκινήσει η θεραπεία της ηπατίτιδας C τόσο περισσότερες δυνατότητες να μην αποβεί χρόνια υπάρχουν. «Μπορεί ακόμη και να θεραπευθεί», αναφέρει μάλιστα ο γερμανός ειδικός μιας και το ήπαρ είναι ένα ανθεκτικό ζωτικό όργανο, το οποίο ακόμη κι αν υποστεί σοβαρές βλάβες «μπορεί να αποκατασταθεί ως ένα βαθμό, και σε ορισμένες περιπτώσεις με εκπληκτικά αποτελέσματα».

Ας σημειωθεί ότι η θεραπεία της ηπατίτιδας C συνδυάζει συνήθως περισσότερες φαρμακευτικές ουσίες με κυριότερες τη ριβαβιρίνη, η οποία εμποδίζει τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων του ιού και την ιντερφερόνη, μια πρωτεΐνη που ενισχύει την αντίσταση του οργανισμού απέναντι σε μολύνσεις.

Gudrun Heise / Δήμητρα Κυρανούδη