1. Inhalt
  2. Navigation
  3. Weitere Inhalte
  4. Metanavigation
  5. Suche
  6. Choose from 30 Languages

Περιβάλλον & Επιστήμη

Δύσκολος ο δρόμος προς τη θεραπεία

Νέες έρευνες γεννούν ελπίδες για την αντιμετώπιση του ΑΙDS, χωρίς να γίνεται ακόμη λόγος για θεραπεία. Ο ιός ΗΙV είναι ανθεκτικός και μπορεί να παραμένει αδρανής στον οργανισμό για πολύ καιρό.

Περίπου 35 εκατομμύρια άνθρωποι είχαν διαγνωσθεί με AIDS το 2013 σύμφωνα με στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας. Ισπανοί γιατροί πρόσφατα ανακοίνωσαν ότι έχουν προχωρήσει ένα βήμα μπροστά στον τομέα της έρευνας κατά του HIV. Ένας 37χρονος ασθενής που είχε προσβληθεί από τον ιό το 2009 ακολούθησε θεραπευτικό πρόγραμμα στο Ινστιτούτο Ογκολογίας της Καταλονίας με μεταμόσχευση αίματος από τον ομφάλιο λώρο ατόμων που παρουσιάζαν γενετική ανθεκτικότητα στον ιό. «Αμέσως μετά την πρόσληψη των μοσχευμάτων ο ιός HIV δεν μπορούσε να εντοπιστεί πια στον ασθενή», αναφέρει ο Ραφαέλ Ντουάρτε, διευθυντής του εν λόγω προγράμματος στο νοσοκομείο της Βαρκελώνης. Ωστόσο ο «ασθενής της Βαρκελώνης», όπως έγινε ευρέως γνωστός, πέθανε στο μεταξύ από λέμφωμα, τρία χρόνια μετά τη θεραπευτική αγωγή που είχε δεχθεί στην ισπανική κλινική. Έτσι οι γιατροί δεν κατάφεραν να συνεχίσουν τις έρευνές τους στη συγκεκριμένη μέθοδο.

Ένας «ύπουλος» ιός

Ένας ιδιαίτερα ανθεκτικός ιός που μπορεί για χρόνια να «κοιμάται» στο DNA

Ένας ιδιαίτερα ανθεκτικός ιός που μπορεί για χρόνια να «κοιμάται» στο DNA

Για το λόγο αυτό η ισπανική ιατρική ομάδα παραμένει επιφυλακτική ως προς τη χρήση του όρου «θεραπεία». Για να μελετηθεί η εξέλιξη της νόσου θεωρείται σημαντική η συστηματική εξέταση των ασθενών και η συνεχής ανάλυση των ιατρικών αποτελεσμάτων. Κι αυτό γιατί η νόσος μπορεί μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκδηλωθεί, έστω και αν βρίσκεται σε «ύπνωση» στον ανθρώπινο οργανισμό για πολλούς μήνες ή ακόμη και χρόνια. Ο καθηγητής Όλε Σμελτς Σόγκααρντ από το Πανεπιστήμιο του Άαρχους στη Δανία πιστεύει ότι για να είμαστε σε θέση να μιλάμε για θεραπεία θα πρέπει η νόσος να μην είναι ανιχνεύσιμη στον οργανισμό για μεγάλο χρονικό διάστημα. «Ο οργανισμός που έχει προσβληθεί θα πρέπει να παραμείνει 'καθαρός' για τουλάχιστον πέντε χρόνια», αναφέρει ο Σόγκααρντ.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση ενός μωρού από το Μισισίπι των ΗΠΑ , γνωστού ως «Mississipi Baby», το οποίο γεννήθηκε ως φορέας του ιού από οροθετική μητέρα. Λίγες ώρες μετά τη γέννησή του οι γιατροί του χορήγησαν ισχυρό κοκτέιλ αντιρετροϊκών φαρμάκων, κάτι που συνεχίστηκε επί 18 μήνες. Δέκα μήνες μετά από την τελευταία δόση φαρμάκων ο ιός HIV δεν ήταν ανιχνεύσιμος. Ωστόσο τον Ιούλιο του 2014, και ενώ το παιδί δεν είχε λάβει αγωγή για 27 μήνες, εμφανίστηκε εκ νέου θετικό στον ιό. Η ιατρική ομάδα που το παρακολουθούσε, με επικεφαλής την παιδίατρο Χάνα Γκέι, είχε εναποθέσει πολλές ελπίδες στο συγκεκριμένο περιστατικό για τη θεραπεία του ΑΙDS, οι οποίες όμως εξανεμίστηκαν.

Aλλαγή «πλεύσης» στις έρευνες

Πολλές έρευνες μέχρι σήμερα ξεκίνησαν με μεγάλες ελπίδες, αλλά στην πράξη ναυάγησαν

Πολλές έρευνες μέχρι σήμερα ξεκίνησαν με μεγάλες ελπίδες, αλλά στην πράξη ναυάγησαν

Το βασικότερο πρόβλημα με το οποίο έρχονται αντιμέτωποι οι επιστήμονες που ασχολούνται με τη θεραπεία του AIDS είναι ότι ο ιός «κρύβεται» βαθιά στο εσωτερικό κυττάρων, με αποτέλεσμα να είναι δύσκολα ανιχνεύσιμος. Η ερευνητική ομάδα από το Πανεπιστήμιο του Άαρχους εστιάζει σε μια νέα μέθοδο αντιμετώπισης, γνωστή ως «Κick and kill». Σύμφωνα με τον Όλε Σμελτς Σόγκααρντ, ο ιός HIV, ακόμη κι όταν δεν ανιχνεύεται με τις κοινές εξετάσεις για το AIDS, παραμένει στο DΝΑ των κυττάρων του ασθενούς σε κατάσταση «ύπνωσης». Στόχος των δανών ερευνητών είναι με μια κατάλληλη αγωγή να μεταφέρουν τον ιό από το DΝΑ στην εξωτερική επιφάνεια των κυττάρων. Με τον τρόπο αυτό, σύμφωνα με τους δανούς γιατρούς, το ανοσοποιητικό σύστημα του ασθενούς μπορεί ευκολότερα να τον αναγνωρίσει και να τον «σκοτώσει».

Προς το παρόν η παγκόσμια επιστημονική κοινότητα μελετά με ενδιαφέρον τα πορίσματα του Πανεπιστήμιου του Άαρχους. Ωστόσο ο Όλε Σμελτς Σόγκααρντ εμφανίζεται συγκρατημένος και δηλώνει ότι οι έρευνες βρίσκονται ακόμη στην αρχή με αποτέλεσμα να είναι νωρίς να μιλάμε για «θεραπεία μέσα στα επόμενα πέντε με δέκα χρόνια».

Carla Bleiker / Δήμητρα Κυρανούδη