1. Inhalt
  2. Navigation
  3. Weitere Inhalte
  4. Metanavigation
  5. Suche
  6. Choose from 30 Languages

Οικονομία

Γερμανικοί κολοσσοί, αρωγοί του προεκλογικού αγώνα στις ΗΠΑ;

Βάσει αμερικανικής νομοθεσίας μόνο Αμερικανοί μπορούν να κάνουν χορηγίες, όχι ξένες εταιρείες. Υπάρχει όμως και η «χαραμάδα» των εσωτερικών επιτροπών χορηγιών αλλά μόνο για ποσά που πηγαίνουν σε υποψήφιους βουλευτές.

Δημοκρατικοί της Κλίντον ή Ρεπουμπλικανοί του Τραμπ; Αμερικανοί εργαζόμενοι σε ορισμένους γερμανικούς ομίλους φαίνεται ότι έχουν δώσει καθαρές απαντήσεις σε αυτό το ερώτημα, τουλάχιστον αυτό το συμπέρασμα βγαίνει από τις χορηγίες τους προς τα δύο κόμματα που έκαναν ολόκληρη την προεκλογική χρονιά του 2016. Τώρα εάν οι επικεφαλείς των γερμανικών κολοσσών είναι ικανοποιημένοι με τις πολιτικές προτιμήσεις των υφισταμένων τους, είναι αμφίβολο, δεδομένου ότι ο Ντόναλντ Τραμπ με τις τάσεις προστατευτισμού που τον διακατέχουν, έχει κατατρομοκρατήσει τους γερμανούς επιχειρηματίες.

Μόνο Αμερικανοί πολίτες

Περισσότερες οι χορηγίες υπέρ των Ρεπουμπλικανών

Περισσότερες οι χορηγίες υπέρ των Ρεπουμπλικανών

Αλλά ας πάμε ένα βήμα πίσω. Σύμφωνα με την αμερικανική νομοθεσία μόνο για αμερικανούς πολίτες επιτρέπονται οι δωρεές. Για εταιρείες, ανεξαρτήτως του εάν βρίσκονται στις ΗΠΑ ή στο εξωτερικό, απαγορεύονται. Εκείνο που δεν απαγορεύεται είναι οι εσωτερικές επιτροπές χορηγιών, οι λεγόμενες Political Action Committees (PACs). Σε αυτές τις επιτροπές οι εργαζόμενοι αποφασίζουν τι ποσό θα πάρει κάθε κόμμα καθώς επίσης ορίζονται και προσωποπαγείς χορηγίες. Με τα χρήματα των δωρεών υποστηρίζονται οικονομικά υποψήφιοι για τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία, όχι όμως και οι υποψήφιοι για τον προεδρικό θώκο. Έχοντας αυτό κατά τα νου οι εργαζόμενοι της Lehigh Hanson, θυγατρικής Heidelberg Cemen χορήγησαν κατά ένα συντριπτικό ποσοστό 100.000 δολάρια στους Ρεπουμπλικανούς. Αυτό προκύπτει από έρευνες της ανεξάρτητης μη κερδοσκοπικής οργάνωσης Center for Responsive Politics. 

H οργάνωση αξιολόγησε τα επίσημα στοιχεία από την Ομοσπονδιακή Εφορευτική Επιτροπή. Η Lehigh Hanson έχει την έδρα της στο Τέξας, όπου το πάνω χέρι έχουν συνήθως Ρεπουμπλικανοί. Η Heidelberg Cemen διευκρινίζει ότι η θυγατρική της έδρασε με δική της ευθύνη και διαβεβαιώνει ότι οι χορηγίες πήγαν σε υποψήφιους του Κογκρέσου και όχι στην προεκλογική εκστρατεία των δύο υποψηφίων. Η επιχείρηση δεν έκανε επίσης καμιά εκλογική σύσταση.

«Προκαλεί ανασφάλεια ο Τραμπ»

Χορηγίες μόνο από Αμερικανούς

Χορηγίες μόνο από Αμερικανούς

Αλλά και οι αμερικανοί εργαζόμενοι στη Bayer και στη BASF υποστήριξαν με δωρεές περισσότερο τους Ρεπουπλικανούς. Ο χημικός κολοσσός BASF διαθέτει πάνω από 100 εγκαταστάσεις στις ΗΠΑ, οι περισσότερες βρίσκονται σε νότιες πολιτείες, παραδοσιακά συντηρητικές. Η φαρμακευτική και αγροτοχημική εταιρεία Bayer, που πρόκειται να συγχωνευτεί με τη Monsanto, βρίσκεται κυρίως στη Πενσυλβάνια, τη Ν. Καρολίνα, το Ν. Τζέρσεϋ και την Καλιφόρνια. Λίγες ημέρες μετά τις εκλογές, ο χημικός κολοσσός πλέει σε πελάγη αβεβαιότητας. «Ελπίζουμε ότι ο Ντόναλντ Τραμπ παρά τις εθνικιστικές και προστατευτικές του απόψεις στον προεκλογικό αγώνα να στηρίξει από τη θέση του προέδρου τις στενές πολιτικές και οικονομικές σχέσεις ανάμεσα στην ΕΕ και τις ΗΠΑ», προειδοποιεί ο Ουτς Τίλμαν, διευθυντής του Συνδέσμου Χημικής Βιομηχανίας (VCI).

Σε ό,τι αφορά την Deutsche Bank οι συμπάθειες των αμερικανών εργαζομένων της ήταν μοιρασμένες. Οι χορηγίες της PACs και των ιδιωτών ύψους 270.000 ευρώ πήγαν κατά το ήμισυ στους Ρεπουμπλικάνους και τους Δημοκρατικούς. Οι εργαζόμενοι στον όμιλο λογισμικού SPA προτίμησαν αντίθετα τους Δημοκρατικούς.

Σε άλλες εισηγμένες στο χρηματιστήριο γερμανικές εταιρείες δεν καταγράφηκε κανένα ανάλογο ενδιαφέρον, όπως για παράδειγμα στην ασφαλιστική Munic RE, την BMW και την Daimler. Η επιτροπή χορηγιών της Allianz μάζεψε 50 με 60.000 δολάρια για βουλευτές του Κογκρέσου. Άλλες πληροφορίες δεν υπάρχουν. Ο επικεφαλής της, Όλιβερ Μπέτε, μετά τη νίκη Τραμπ δεν μάσησε τα λόγια του. «Στην εξωτερική πολιτική ο Τραμπ είναι άγραφο χαρτί, αυτό προκαλεί επιπλέον ανασφάλεια».

Φριντερίκε Μαρξ (dpa) / Ειρήνη Αναστασοπούλου