1. Inhalt
  2. Navigation
  3. Weitere Inhalte
  4. Metanavigation
  5. Suche
  6. Choose from 30 Languages

Κοινωνία & Πολιτισμός

Γερμανικοί έπαινοι για τον καλλιτέχνη Νίκο Αλεξίου

Πολλά έχουν ειπωθεί και γραφεί για το τί είναι "ελληνικότητα" και ποια είναι ακριβώς η "ελληνική ταυτότητα". Μήπως όμως οι έννοιες αυτές δεν είναι τόσο ζήτημα θεωρητικού ορισμού, αλλά συγκεκριμένης δημιουργίας;

default

Nίκος Αλεξίου, The End

Μπορεί οι διάφορες Μπιενάλε Τέχνης να τελείωσαν στο μεταξύ, και η μεγάλη της Βενετίας και η πρωτάρα της Θεσσαλονίκης, αλλά να που ένα εκτενές άρθρο στη γερμανική εφημερίδα Die Welt μας επαναφέρει στις διαδρομές της τέχνης παίρνοντας ως παράδειγμα τον Έλληνα καλλιτέχνη Νίκο Αλεξίου που ήταν παρών και στις δύο αυτές Μπιενάλε. Λίγο-πολύ είναι γνωστό: ο Αλεξίου εμπνεύσθηκε από ένα υπέροχο μωσαϊκό ηλικίας 1000 περίπου ετών που βρίσκεται στη μονή Ιβήρων και το μετέφρασε θα λέγαμε με τον τρόπο της ποπ αρτ σε ένα σύγχρονο έργο τέχνης. Και το παρουσίασε στη Βενετία. Εμείς μένουμε στο άρθρο του Γερμανού Μίχαελ Πιλτς για τον Αλεξίου, όχι τόσο για να επισημάνουμε την ενασχόληση μιας μεγάλης ξένης εφημερίδας με το έργο ενός Έλληνα. Μας ερεθίζουν κάποιες επιμέρους παρατηρήσεις. Όπως η ακόλουθη: «Το έργο του Αλεξίου τέρπει τους φιλότεχνους χωρίς από μόνο του να προδίδει ούτε κατά διάνοια πόση Ελλάδα κρύβει μέσα του.» Σημειωτέον η τέρψη του Πιλτς ήταν τέτοια, ώστε να πάει ο ίδιος στη μονή Ιβήρων για να θαυμάσει το βυζαντινό μωσαϊκό. Και λίγο παρακάτω: «Η καλλιτεχνική δημιουργία στη σημερινή Ελλάδα πάσχει, επειδή ο μέσος Έλληνας αρκείται στην αρχαία κληρονομιά και είναι ικανοποιημένος με την αισθητική τελειότητα που πέτυχαν οι πρόγονοι.» Και τέλος για τον τρόπο δουλειάς του Αλεξίου: «Καλλιτέχνες σαν κι αυτόν δεν ασχολούνται με το να αγλαΐζουν την ελληνικότητα ως κορωνίδα της τέχνης. Το ζήτημα γι’ αυτούς είναι να καταλάβουν την ιστορία και δη ολόκληρη. Εν ανάγκη και γονατιστοί μέσα στο παγερό καθολικό ενός μοναστηριού.»

Σε τι έγκειται η ελληνικότητα;

Εξηγώντας στο γερμανικό κοινό το έργο του Αλεξίου, ο Πιλτς κάνει μια σειρά παρατηρήσεων, ίσως και όχι εντελώς συνειδητά, που μοιάζουν με ψυχογράφημα ημών των Νεοελλήνων. Ικανοποιημένοι που ζούμε σε μια χώρα που κάποτε ανέδειξε ένα μεγάλο πολιτισμό, ανασκουμπωνόμαστε δύσκολα για να φτιάξουμε κάτι δικό μας, πρωτότυπο, αλλά δεν κουραζόμαστε να μιλάμε για χρόνια και δεκαετίες περί ελληνικότητας και ελληνικής ταυτότητας. Σαν τα καίρια αυτά ζητήματα να πρέπει να τα αποφασίσουμε εκ των προτέρων πριν ξεκινήσουμε να δουλεύουμε και να δημιουργούμε. Μήπως θα έπρεπε λοιπόν να κάνουμε το ακριβώς αντίθετο; Κάπως έτσι δεν το είχε πει και ο Σεφέρης; Δεν έχει την παραμικρή σημασία να ορίσουμε την ελληνικότητα από πριν και να μετρήσουμε τι ποσοστό αρχαιότητας και τι ποσοστό βυζαντινισμού πρέπει να έχει και πόσες άλλες προσμίξεις είναι επιτρεπτές και τα λοιπά. Όλα αυτά περιττά.

Ο καλός τσαγκάρης

Η ταυτότητα, η νεοελληνική ταυτότητα, θα προκύψει, προκύπτει από τα κοινά στοιχεία, όποια κι αν είναι αυτά, των συγκεκριμένων νεοελληνικών έργων, για όποιο επίπεδο παραγωγής κι αν μιλάμε. Αν ο τσαγκάρης επιδιορθώσει καλά το χαλασμένο παπούτσι που του δώσαμε κι ο κηπουρός καθαρίσει καλά κι ομορφύνει τον κήπο κι ο συγγραφέας εμβαθύνει στη ζωή και γράψει κάτι που ξεκινά από μας, αλλά μας ξεπερνά και αφορά και άλλους, αν…αν…αν, τότε το σύνολο αυτών των επιδόσεων θα δώσει αυτόματα απάντηση στο ερώτημα ποια είναι η νεοελληνική ταυτότητα. Μα θα την έχουμε φτιάξει εμείς μόνοι μας, με τα υλικά που μας δόθηκαν και τον συνδυασμό τους που εμείς πετύχαμε. Ας αφήσουμε λοιπόν τα πολλά λόγια κι ας δημιουργήσουμε. Όπως ένας Αλεξίου. Γιατί οι αιώνες περνούν.

ΣΑΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ