1. Inhalt
  2. Navigation
  3. Weitere Inhalte
  4. Metanavigation
  5. Suche
  6. Choose from 30 Languages

Πολιτική

Αirbus-Boeing: Ο πόλεμος των δύο γιγάντων για τις κρατικές επιδοτήσεις

Στην Τουλούζη της Γαλλίας γιόρτασε σήμερα την πρεμιέρα της η νέα ναυαρχίδα της Airbus, το Α380, το μεγαλύτερο επιβατικό αεροσκάφος που έχει κατασκευαστεί μέχρι στιγμής. Η ευρωπαϊκή Airbus και η αμερικανική Boeing είναι οι δύο μεγάλοι κατασκευαστές που μοιράζονται την παγκόσμια αγορά. Η μεταξύ τους μάχη για την πρωτιά είναι σκληρή, όπως και ο πόλεμος για τις κρατικές ενισχύσεις.

A380: Στα 2 δις ευρώ ανήλθαν οι κρατικές ενισχύσεις με τη μορφή εντόκων δανείων

A380: Στα 2 δις ευρώ ανήλθαν οι κρατικές ενισχύσεις με τη μορφή εντόκων δανείων

Την περασμένη χρονιά η Airbus πούλησε περισσότερα αεροσκάφη απ΄ ότι η Boeing, η οποία αποδίδει την επιτυχία του ευρωπαίου ανταγωνιστή της αποκλειστικά στις κρατικές επιδοτήσεις. Για το λόγο αυτό ο Τζώρτζ Μπους κατήγγειλε προεκλογικά το περασμένο φθινόπωρο τη σχετική συμφωνία του 1992 με την ΕΕ. Οι Ευρωπαίοι κάνουν λόγο για αντιδράσεις πανικού των Αμερικανών. "Οι Αμερικανοί κατάλαβαν σιγά σιγά ότι η Airbus είναι όχι μόνο ο μεγαλύτερος ανταγωνιστής τους, αλλά στο μεταξύ και πρώτη στην αγορά", σημειώνει η εκπρόσωπος της Κομισιόν, Κλόντ Βερόν-Ρεβίλ. "Είναι μεγαλύτερη από τη Boeing και αυτό δημιουργεί μία εντελώς διαφορετική κατάσταση από εκείνη της δεκαετίας του 80", σημειώνει η εκπρόσωπος.

Βάσει της συμφωνίας του 1992 οι κρατικές επιδοτήσεις των χωρών που συμμετέχουν στην παραγωγή του Airbus, (Γαλλία, Γερμανία, Βρετανία, Ισπανία), μπορούν να καλύπτουν το ένα τρίτο του κόστους για το σχεδιασμό και παραγωγή ενός αεροσκάφους. Στην περίπτωση του Α380, οι κρατικές επιδοτήσεις είναι περίπου δύο δις ευρώ. Αυτά δίνονται με τη μορφή εντόκων δανείων, τα οποία η Airbus έχει επιστρέψει, υπογραμμίζει ο πρόεδρος της εταιρίας Nοέλ Φορζάρ.

Από την άλλη πλευρά, η αμερικανική κυβέρνηση ενισχύει έμμεσα τη Boeing, με παραγγελίες για τις ανάγκες της πολεμικής της αεροπορίας και φοροαπαλλαγές. Airbus και Ευρωπαϊκή Ενωση προσέφυγαν στην Παγκόσμια Οργάνωση Εμπορίου. Ενας νέος εμπορικός πόλεμος μεταξύ των δύο πλευρών του Ατλαντικού αποσωβήθηκε την τελευταία στιγμή. Ουάσιγκτων και Βρυξέλλες κατέληξαν σε συμφωνία εκεχειρίας. "Τώρα θέλουμε να τα βάλουμε όλα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και να αποφασίσουμε ότι για όλους θα ισχύουν οι ίδιοι όροι", εξηγεί η εκπρόσωπος της Κομισιόν.

Στους τρεις επόμενους μήνες, ΕΕ και Ηνωμένες Πολιτείες θα προσπαθήσουν να βρουν ένα συμβιβασμό, για να αποφύγουν το δικαστήριο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου. Οι κρατικές ενισχύσεις δεν πρόκειται να καταργηθούν πλήρως, αλλά θα περιορισθούν, εκτιμά ο πρόεδρος του Συνδέσμου Γερμανικής Αεροναυπηγικής Βιομηχανίας, Χάνς Γιόακιμ Γκάντε, που ενδιαφέρεται όμως να διατηρηθούν οι ενισχύσεις για την επιστημονική έρευνα, οι οποίες κατά κανόνα δεν επιστρέφονται. Διπλωμάτες εικάζουν ότι η κίνηση του Μπους είχε προεκλογικό χαρακτήρα. Επισημαίνουν ταυτόχρονα ότι μία ετυμηγορία του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου θα ήταν εις βάρος και των δύο, Airbus και Boeing. Το αποτέλεσμα θα ήταν να ενισχυθούν οι ανερχόμενοι ανταγωνιστές τους από τη Βραζιλία ή την Κίνα.

Σύμφωνο Σταθερότητας: Μακροπρόθεσμη παρακολούθηση των χωρών-μελών και σε ευνοϊκές περιόδους συνιστά ο Dr. Friedrich Heinemann του Ευρωπαϊκού Κέντρου Οικονομικών Ερευνών

Στις Βρυξέλλες, οι 25 υπουργοί Οικονομικών της ΕΕ συζητούν την αναδιαμόρφωση των κανόνων και κριτηρίων που περιλαμβάνει το Σύμφωνο Σταθερότητας. Ακόμη είναι νωρίς για συγκεκριμένες αποφάσεις, αλλά οι προτάσεις πρέπει οριστικοποιηθούν μέχρι τη σύνοδο κορυφής στις 22 και 23 Μαρτίου για να εγκριθούν τότε από τους ηγέτες των χωρών μελών.

Μία χαλαρότερη διαμόρφωση των κριτηρίων του Συμφώνου είναι μάλλον αναπόφευκτη, καθώς τα μισά σχεδόν από τα 25 κράτη εμφανίζουν σταθερά ανεβασμένο δημοσιονομικό έλλειμμα, πάνω από το όριο του 3%. Το ερώτημα λοιπόν που τίθεται είναι: βρίσκεται το λάθος στα κριτήρια του Συμφώνου Σταθερότητας, γιατί δεν ανταποκρίνονται στην οικονομική πραγματικότητα, ή στις χώρες, οι οποίες δεν τα τηρούν; Ο Dr. Friedrich Heinemann από το Κέντρο Ευρωπαϊκών Οικονομικών Ερευνών του Μάνχαϊμ, θεωρεί ότι οι κανόνες ανταποκρίνονται στην οικονομική πραγματικότητα, θα έπρεπε όμως να είχαν τηρηθεί νωρίτερα. "Το πρόβλημα είναι ότι το Σύμφωνο σε καλές εποχές όπως είχαμε μέχρι το 2000 επιβάλει συγκεκριμένες επιδόσεις, ισοσκελισμένο προυπολογισμό π. χ. αλλά τότε χάθηκε βασικά μία μεγάλη ευκαιρία και σήμερα πληρώνουμε τα σπασμένα, καθώς οι παραβάτες να πιέζουν γιατί τότε έκαναν λάθη".

Το Σύμφωνο Σταθερότητας "λειτούργησε" μέχρι τώρα προκαλώντας μεγάλη πίεση στην κοινή γνώμη για τις παραβιάσεις των κριτηρίων από μικρές αλλά κυρίως μεγάλες χώρες, όπως η Γερμανία. Πώς όμως θα αποφύγουμε τις φωτογραφικές εξαιρέσεις για ορισμένες χώρες, ώστε να καταλήξουμε στη διατύπωση κριτηρίων του Συμφώνου που θα ισχύουν για όλους; "Οι νέοι κανόνες πρέπει να διατυπωθούν έτσι ώστε και σε καλές, ευνοϊκές οικονομικά περιόδους, με κανονική ή πάνω από το μέσο όρο άνοδο της Οικονομίας, τότε να μπορεί, , να ασκηθεί κριτική σε μία χώρα, έστω και αν έχει χαμηλό έλλειμμα, εάν η απόδοσή της δεν είναι αυτή που πρέπει. Διότι σε καλές περιόδους θα πρέπει κανονικά να υπάρχει πλεόνασμα. Στην περίπτωση αυτή λοιπόν να μπορεί η Κομισιόν να στέλνει τη λεγόμενη "μπλε επιστολή", ακριβώς επειδή το πλεόνασμα δεν είναι αρκετό", προτείνει ο Dr. Heinemann.

Αυτό σημαίνει μακροπρόθεσμη παρακολούθηση της πορείας της οικονομίας για κάθε χώρα. Σε κάθε περίπτωση, προσθέτει, θα πρέπει να αποφευχθεί η ικανοποίηση επιδιώξεων επιμέρους χωρών, 'όπως της Γερμανίας που επικαλείται τις πληρωμές στον κοινοτικό προϋπολογισμό, ή της Ελλάδας, που επικαλείται το κόστος της Ολυμπιάδας σημειώνει ο Dr. Heinemann.

Πως επιδρά όμως το Σύμφωνο Σταθερότητας στο Ευρώ, το οποίο εμφανίζει μεγάλη σταθερότητα; "Βραχυπρόθεσμα δεν υπάρχει καμία σύνδεση των δύο παραγόντων, μιλάμε εδώ με ένα μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Οι Ευρωπαίοι έχουν να αντιμετωπίσουν μεγάλες προκλήσεις εξαιτίας της αρνητικής δημογραφικής εξέλιξης, η οποία θα απαιτήσει και σημαντικές προσπάθειες δημοσιονομικής προσαρμογής στα νέα αυτά δεδομένα. Σ΄αυτή τη μακροπρόθεσμη προοπτική, διαφαίνεται κίνδυνοι για το Ευρώ. Οι χώρες δεν μπορούν να αυξάνουν συνεχώς το εξωτερικό τους χρέος χωρίς αυτό να έχει επιπτώσεις στη σταθερότητα του Ευρώ", καταλήγει ο Dr. Heinemann.