1. Inhalt
  2. Navigation
  3. Weitere Inhalte
  4. Metanavigation
  5. Suche
  6. Choose from 30 Languages

Πολιτική

Ένα ιστορικό κεφάλαιο κλείνει

Ολοκλήρωσε επισήμως τις εργασίες του το γερμανικό Ίδρυμα «Μνήμη Ευθύνη και Μέλλον» για την αποζημίωση θυμάτων καταναγκαστικής εργασίας στη ναζιστική περίοδο.

default

Ήταν μία από τις μαύρες σελίδες της γερμανικής ιστορίας και ένα ανοιχτό κεφάλαιο: τα θύματα καταναγκαστικής εργασίας στη διάρκεια της ναζιστικής περιόδου.Το κεφάλαιο αυτό κλείνει οριστικά. Το ίδρυμα «Μνήμη Ευθύνη και Μέλλον» που συστάθηκε για την αποζημίωση των θυμάτων ολοκλήρωσε χθες στο Βερολίνο τις εργασίες του. Μέσω του ιδρύματος αποζημιώθηκαν 1,665 εκ. θύματα με 4,37 δις ευρώ, που συγκεντρώθηκαν από το γερμανικό δημόσιο και μεμονωμένες επιχειρήσεις.

«Αν νομίζεται ότι θα ανοίξω ακόμη μια φορά το ταμείο του κράτους, η απάντηση είναι ‘όχι’». Αυτή ήταν η δύσθυμη αντίδραση του καγκελάριου Χέλμουτ Κολ τον Αύγουστο του 1998, όταν είχε ερωτηθεί για την αποζημίωση θυμάτων καταναγκαστικής εργασίας. Ο Κολ θεωρούσε λήξαν το ζήτημα των αποζημιώσεων. Δεν ήθελε να ακούσει κουβέντα για το ενάμισι περίπου εκατομμύριο θύματα καταναγκαστικής εργασίας. Λίγους μήνες αργότερα τον διαδέχτηκε ο σοσιαλδημοκράτης Γκέρχαρτ Σρέντερ και μία από τις πρώτες αποφάσεις της κοκκινο-πράσινης κυβέρνησής του ήταν η σύσταση του Ιδρύματος για την αποζημίωση αυτής της κατηγορίας των θυμάτων με τη συμμετοχή του δημοσίου και επιχειρήσεων.

Το πράσινο φως έδωσε δύο χρόνια αργότερα η γερμανική βουλή. Τη συνεδρίαση είχε ανοίξει ο Σρέντερ με ένα ‘επιτέλους’: «Το ομοσπονδιακό ίδρυμα ‘Μνήμη, Ευθύνη και Μέλλον’, που με τη σημερινή μας απόφαση αρχίζει την καταβολή των αποζημιώσεων στέλνει ένα μεγάλο μήνυμα. Ένα μήνυμα σε όλο τον κόσμο, ότι η Γερμανία έχει και θα έχει συνείδηση των φοβερών εγκλημάτων του παρελθόντος της», είχε τονίσει ο Σρέντερ.

Δεν ήταν μόνον τα κίνητρα ηθικής τάξεως για την απόφαση της κυβέρνησης Σρέντερ. είχε προστεθεί και η εντεινόμενη πίεση από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στα τέλη της δεκαετίας του 90 αμερικανοί δικηγόροι είχαν προχωρήσει σε 60 περίπου ομαδικές αγωγές κατά γερμανικών επιχειρήσεων, ζητώντας αποζημιώσεις θυμάτων καταναγκαστικής εργασίας, απειλώντας ταυτόχρονα και με μποϊκοτάζ των προϊόντων τους. Ο πρώην πρόεδρος του φιλελεύθερου κόμματος κόμης Ότο Λάμπσντορφ ανέλαβε κατ΄ εντολήν της γερμανικής κυβέρνησης τις διαπραγματεύσεις με την αμερικανική πλευρά. Κατάληξη ήταν να αποσυρθούν οι αγωγές και να υπογραφεί τον Ιούλιο του 2000 σύμφωνο ανάμεσα στις δύο κυβερνήσεις. Το ίδρυμα Πέρασε άλλος ένας χρόνος μέχρι να καταβληθούν οι πρώτες αποζημιώσεις. Και στο διάστημα αυτό το 10% των υπερήλικων θυμάτων έφυγε από τη ζωή.

«Για τα θύματα καταναγκαστικής εργασίας», έλεγε ο κόμης Λάμπσντορφ, «ήταν ατέλειωτοι οι μήνες των δύσκολων και κοπιαστικών δικαστικών ενεργειών, κατά τους οποίους υπήρξε μια εντυπωσιακή εξέλιξη στη Γερμανία. Σε πολυάριθμες κοινότητες, επιχειρήσεις και οικογένειες τέθηκε από νέους και ηλικιωμένους το ερώτημα, τι συνέβη τελικά με τα θύματα καταναγκαστικής εργασίας των στρατοπέδων συγκέντρωσης πριν από 55 και πλέον χρόνια στους γερμανικούς τόπους του μαρτυρίου».

Μετά τους αρχικούς δισταγμούς, 100 μεγάλες επιχειρήσεις της Γερμανίας κατέβαλαν στο ταμείο 1,25 δις ευρώ, άλλα τόσα πλήρωσαν εξίμισι χιλιάδες μικρότερες επιχειρήσεις. Μέχρι το τέλος του 2006 είχαν πληρωθεί 4,37 δις ευρώ αποζημιώσεις σε ένα εκατομμύριο 665.000 θύματα, από 165 χώρες.

Επ.: Γιώργος Παππάς