1. Inhalt
  2. Navigation
  3. Weitere Inhalte
  4. Metanavigation
  5. Suche
  6. Choose from 30 Languages

Κοινωνία & Πολιτισμός

Ένας Γερμανός στο Βρετανικό Μουσείο

Ο γερμανός ιστορικός τέχνης Χάρτβιγκ Φίσερ πρόκειται να γίνει ο νέος διευθυντής του Βρετανικού Μουσείου στο Λονδίνο, αντικαθιστώντας τον επί χρόνια διευθυντή Νιλ Μακ Γκρέγκορ.

Εδώ και μέρες είχαν διαρρεύσει πληροφορίες που ήθελαν τον Χάρτβιγκ Φίσερ να αναλαμβάνει καθήκοντα διευθυντή του Βρετανικού Μουσείου. Τώρα το υπουργείο Πολιτισμού της Σαξονίας επιβεβαίωσε την πληροφορία. Ο Χάρτβιγκ Φίσερ είναι ο πρώτος ξένος διευθυντής τα τελευταία 200 χρόνια στο ΒρετανικόΜουσείο. «Είναι μεγάλη τιμή και διάκριση να διευθύνεις το Βρετανικό Μουσείο», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Φίσερ.

Η συλλογή του μουσείου, η οποία περιλαμβάνει οκτώ εκατομμύρια έργα, συγκαταλέγεται στις μεγαλύτερες παγκοσμίως. Το 2013 σημείωσε νέο ρεκόρ καταγράφοντας 6,7 εκατομμύρια επισκέπτες.

Το Βρετανικό Μουσείο βρισκόταν τους τελευταίους πέντε μήνες σε αναζήτηση νέου διευθυντή, ο οποίος, όπως προβλέπει το πρωτόκολλο, πρέπει να εγκριθεί από τον Βρετανό πρωθυπουργό Ντέιβιντ Κάμερον.

Πολιτιστική «ανταλλαγή»

Ο Νιλ Μακ Γκρέγκορ κατά τη βράβευσή του

Ο Νιλ Μακ Γκρέγκορ κατά τη βράβευσή του

Ο 53χρονος ιστορικός τέχνης Χάρτβιγκ Φίσερ θα διαδεχθεί τον Νιλ Μακ Γκρέγορ, ο οποίος είχε ανακοινώσει ήδη το Μάιο ότι πρόκειται να παραιτηθεί τον Δεκέμβριο του 2015. Ο Μακ Γκρέγκορ θα εργάζεται στο εξής ως ιδρυτικός διευθυντής στο Φόρουμ Χούμπολντ στο ανακαινισμένο ανάκτορο του Βερολίνου. Ο Μακ Γκρέγκορ εκτός από διευθυντής μουσείου δραστηριοποιείται και ως συγγραφέας και μάλιστα με εξαιρετική επιτυχία. Το βιβλίο του «Η ιστορία του κόσμου σε 100 αντικείμενα» έχει γίνει μπεστσέλερ, ενώ πρόσφατα τιμήθηκε με το Εθνικό Γερμανικό βραβείο για την προσφορά του στον γερμανικό πολιτισμό.

Οι κρατικές συλλογές τέχνης της Δρέσδης, που αποτελούνται από 14 μουσεία, μεταξύ αυτών και την Πινακοθήκη Παλαιών Δασκάλων, είναι ένας από τους μεγαλύτερους συνδέσμους μουσείων στον κόσμο. Ο Χάρτιβγκ Φίσερ διηύθυνε τη συλλογή από το 2012 και είχε δώσει ιδιαίτερη βαρύτητα στο ερευνητικό κομμάτι.

Αλεξάνδρα Κοσμά